Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2016

«Ο κουτσός σκύλος»









ΤΟ ΟΥΡΛΙΑΧΤΟ

-Μακριά από το σκυλί! Δαγκώνει!
-Ούρλιαξε η κυρία στο μικρό της-
Εκτός που ο σκύλος μου φοβήθηκε αυτό που με ενόχλησε περισσότερο,

 ήταν ο τρόμος στα μάτια του παιδιού που πήρε τη μορφή του σκύλου.













 αδέσποτος σκύλος ο κουτσός
κουνούσε τη σαρακιασμένη ουρά
πίσω από μια σκελετωμένη κοιλιά
Και εγώ με το ξύλινο ποδάρι
Κουνώντας τη μαγκούρα
Ξάφνου μου ήρθε να το μαλώσω
γιατί είχα φόβο τρομερό
στη γη μη σωριαστώ και ντροπιαστώ.
Έγλυφε τη μαγκούρα μου
και τη σαρακιασμένη  ουρά κουνούσε
ευτυχισμένος ο σκύλος ο αδέσποτος
αντίθετα με εμένα που  πήρε το παράπονο
και όπως με πήραν λάσπη τα κλάματα
μαζί θα περπατήσουμε -μου είπε-
και είναι τότε που ένοιωσα
πως είμαστε κουτσοί συμπορευτές
με ουρά σαρακιασμένη για ισορροπία
και τότε μεμιάς ρετσίνι ευωδιαστό
έτρεξε από τη μαγκούρα μου

















Ξαφνικά έφυγε το καλοκαίρι
και απροετοίμαστοι
ντυμένοι ελάχιστα έως καθόλου,
φορέσαμε κατάσαρκα το χιόνι
και σύραμε τα έλκηθρα

με επιβάτες τα γέρικα σκυλιά μας.














Με τον σκύλο μου
τριγυρνώ στους δρόμους
πατώντας σπίθες
πανάρχαιων φωτιών.
Ακόμη βαδίζουμε
συλλέγοντας ασκητικά κόκαλα,
αρχαία ξόρκια πολιτισμών
και μπαρούτι για το θυμιατό μας.
Ελπίζουμε, όταν θα σβήσουμε,
σπίθες να γίνουμε,
ενός πολιτισμού που ξύπνησε
έστω και την τελευταία στιγμή,
εξισώνοντας
σε εκθετικές συναρτήσεις
την σκυλίσια

με την ανθρώπινη ζωή.




























ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ

Δεν με φοβίζει το ταξίδι το μεγάλο.
Αντίθετα ονειρεύομαι μια καταπράσινη φάρμα με μουσικές και με όλα αυτά που αγαπώ.
Και ακόμα πιο γλυκό το όνειρο στην πόρτα του παραδείσου να με προσμένει ανυπόμονα κουνώντας την ουρά ο σκύλος μου ο κουτσός.






























Δεν χώρισα ποτέ από το σκύλο μου.
Άλλωστε από τον ίσκιο του ποιος να ξεκολλήσει