Σάββατο, 2 Ιουλίου 2016

Ο ΘΑΥΜΑΤΟΠΟΙΟΣ





Εισήλθε στο παρόν, πλησίασε, αφουγκράστηκε και κοίταξε…Γεμάτος ο τόπος από άρρωστους επαίτες και ορφανά. Δεν ήταν πόλη αυτή, η ίδια η φτώχια ήταν. Δάκρυσε. Δάκρυσε μέσα από την καρδιά του και πλημμύρισε όλη η πόλη από το άγιο κλάμα του. Χείμαρρος ξεχύθηκε το δάκρυ το αληθινό και ξέπλυνε τα πάθη. Τότε έγινε το θαύμα. Οι παράλυτοι ζητιάνοι γιατρεύτηκαν και οι άρρωστοι θεραπεύτηκαν. Μόνο ένας ζητιάνος κοίταξε πονηρά τον φίλο του και είπε «Αν γίνουμε καλά, πως θα επαιτούμε;» και κατατρομαγμένοι, έτρεξαν έξω από την πόλη. Έμειναν έτσι μόνο τα ορφανά. Ανάσταση νεκρών δεν έπρεπε να φέρει. Αναρωτήθηκε τότε για το θάνατο των γονιών. Και είδε για άλλη μια φορά την ωμή αλήθεια. Κατάλαβε την στασιμότητα στο δίκαιο της πυγμής. Πως, ο σύγχρονος άψογος τύπος της επιλεκτικής ανθρωπιάς, κρύβει κάτω από το χρύσωμα της επιφάνειας τη σαπίλα της αναπαραγωγής της, τον θάνατο της λογικής και την διαιωνιζόμενη ανισότητα. Διέσχισε και αυτή την πόλη με ξόρκια, προσευχές και προσκυνήματα πολλά. Συνέχισε την πορεία του στον χρόνο σκοντάφτοντας ανάμεσα σε έξυπνες βόμβες, το θαύμα της πολεμικής βιομηχανίας, το αποκορύφωμα του ανθρώπινου ορθολογισμού και ανάμεσα στα κουφάρια της χιλιοβιασμένης ηθικής έκανε τον σταυρό του χίλιες φορές και άλλες τόσες και από την Ανάστασή Του λιποτάχτησε.












Άναυδοι οι ιερείς.
Το λιβάνι με σταχτιά λωρίδα
απόθεσε μια δυσοσμία πνιγερή.
Ξεπέζεψα και έδεσα
με βράχια τις προσευχές τους
και από την Ανάστασή μου,

λιποτάχτησα.