Κυριακή, 17 Ιουλίου 2016

ΤΑ ΖΙΖΑΝΙΑ




Σε μια στενή λωρίδα γης, μετά από μοναχικές διαδρομές, σε ένα μικρό μα εύφορο κομμάτι αποφάσισαν να κατοικήσουν. Η γη τους πρόσφερε ασφάλεια και όταν με τον ιδρώτα τους την πότιζαν, απλόχερα έδινε καρπούς που δυνάμωναν αυτή την ερωτική συμβίωση.
Όπως κάθε κομμάτι γης όμως, άγονο, έρημο, υγρό ή ακαλλιέργητο φιλοξενούνε ζιζάνια από το παρελθόν, καλά κρυμμένα στα σπλάχνα κάθε σχέσης. Ένα τέτοιο ζιζάνιο σε μια έκρηξη οργής άρχισε να μπαίνει στη ζωή τους, να καταπιάνεται με την καθημερινότητά τους και να απλώνεται σιγά- σιγά σε όλες τις πτυχές αυτής της σχέσης. Και δεν έφτανε αυτό. Σε αυτή τη στενή λωρίδα γης που όλο και πιο πολύ ρίζωνε η κατοικία, άρχισαν να καταφτάνουν και να την πολιορκούν και άλλα ζιζάνια από τον περίγυρο, που προσπαθούσαν και αυτά, σιγά-σιγά να εισχωρήσουν σε ότι με μόχθο είχαν κατακτήσει.
Άρχισαν να διαφωνούν για αυτή την επιλογή τους και αποφάσισαν να αντιδράσουν. Το βράδυ πήραν τη μεγάλη απόφαση, περπάτησαν γύρω-γύρω από τη γη τους, έμπηξαν πασσάλους στα σωθικά της και με αγκαθωτούς φράκτες κύκλωσαν την οικία τους.
Φράκτες τόσο ψηλούς, που δεν έβλεπαν πλέον έξω από αυτή την σχέση. Και δεν έφτανε αυτό. Μόνωσαν με επιμέλεια την οικία, ακόμη και την χαραμάδα της πόρτας τους και μόνο από ένα μικρό παράθυρο του παρελθόντος άφηναν να μπαίνει φως .
Αχτίδες φωτός που υπάρχουν πάντα, ακόμη και στο πιο βαθύ σκοτάδι, που περιμένουν να γεννηθούν να μεγαλώσουν και να φωτίσουν με υπομονή την κάθε παγερή συμβίωση, που σε νύχτα έχει κουρνιάσει, κλεισμένη σε σφραγισμένη οικία που έχτισαν οι δύο ως δύο μισά που ενώθηκαν με όρους αναπηρικούς, σε μια εύφορη γη που άφησαν να γεμίσει με τα ζιζάνια της καθημερινότητας.









γη γέμισε ζιζάνια
Ανθρώπων άλογες σπορές
π τ σώμα της έβγαιναν
Ζιζάνια  πού μεγάλωναν όλα μαζί
γύρω-γύρω από τους ανθρώπους να χορεύουν
με ανοικτή την αγκαλιά  πιασμένα χέρι-χέρι
κα το κλάμα του γέροντα
πού αυτές τίς μέρες είχε γεννηθεί
να ποτίζει το διψασμένο χώμα
Το χώμα έκλαιγε
Ο γέροντας έκλαιγε-έκλαιγε
και η παράνοια εκεί να μεγαλώνει
αχόρταγη να πίνει δάκρυα
Ύστερα στέρεψαν κι αυτά
Και τα ζιζάνια εκεί τον χαβά τους
Καλικάντζαροι  να πριονίζουνε το δένδρο

μες την αγκαλιά μας μες το καλοκαίρι.