Σάββατο, 2 Ιουλίου 2016

ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΑ






Πριν λίγες μέρες καθώς περπατούσα στο πεζοδρόμιο, βρέθηκα μπροστά σε δύο μαχητές που αντάλλαζαν βρισιές και μου έκλειναν τον δρόμο. Δεν ήθελα να διακόψω τη σχέση τους αυτή, αλλά δεν μπορούσα να το αποφύγω.
Έτσι διακριτικά και με δυσφορία καθώς περνούσα ανάμεσά τους έφαγα μια αδέσποτη βρισιά. Ήταν σαν να χα σπάσει το σχοινί που ήταν τεντωμένο ανάμεσά τους ή μάλλον σα να διέκοπτα τον καυγά που για την απόλαυση του ίδιου του καυγά γινότανε. Η νοσηρή ένταση επεκτάθηκε πλέον και στους τρείς μας. Τολμώ να πω πως η ζωώδης αυτή κατάσταση όσο γινόταν και πιο έντονη όσο η κάθε λέξη γινόταν όπλο αιχμηρό τόσο και πιο πολύ εύρισκα ενδιαφέρον σε αυτή η επικοινωνία. Το πεζοδρόμιο όμως ήταν πολυσύχναστο και μπήκανε έτσι και άλλοι στον καυγά. Και όχι μόνο οι περιπατητές. Τα αυτοκίνητα σταμάταγαν και οι οδηγοί πηδάγανε γρήγορα και ρίχνονταν στη μάχη.
Σε λίγο και από άλλους δρόμους πέρα από την στροφή, γυναίκες, παιδιά, ποδηλάτες και ένας παπάς, πλησίασαν με ιαχές και χέρια τεντωμένα. Το πεζοδρόμιο πλέον είχε γίνει ύβρεων γηπεδική εκδήλωση με την απαραίτητη ένταση των ξαναμμένων οπαδών και όπως είναι φυσικό είτε πιστεύαμε αυτά που ξεστομίζαμε είτε όχι, ξυπνήσαμε το νευρικό σύστημα της πόλης. Τότε ήταν που εμφανίστηκε και η έννομος τάξη. Οι κρανοφόροι ανταποκρίθηκαν με περισσή ευλάβεια στο καθήκον τους και μας έσπασαν στο ξύλο. Εθισμένοι μάλιστα πολλοί από τους μόνιμους καυγάδες, πεσμένοι καταγής συνέχιζαν να βρίζουν. Οι μόνιμοι χρήστες του καυγά, οι πιο παλιοί, για πιο μεγάλη ηδονή άρχισαν το πεζοδρόμιο να ξηλώνουν και με σχισμένα δάχτυλα τα ραγισμένα τα κομμάτια του σαν πέτρες να πετούν. Οι πέτρες όταν έγιναν πολλές το πεζοδρόμιο εξαφανίστηκε και μέσα από τον γενικό καυγά, μέσα από της πόλης τα σωθικά ξεπρόβαλε των σπλάχνων της το ματωμένο χώμα.
Και όσο και αν φαίνεται απίθανο, το πεπρωμένο τότε ήταν που ξεπρόβαλε από της πόλης τα εντόσθια. Συνήθως βέβαια οι άνθρωποι, πάντα συλλογικά ηλίθια, διάβαζαν της μοίρας τα μελλούμενα από τα σπλάχνα ζώου αλλά αυτό γινόταν σε άλλες εποχές που πάταγαν στο χώμα και πίστευαν για ότι επικείμενο στη μαντική μέσα σε μύρα και λιβάνια.

Σήμερα που υπάρχει λατρεία στην παράνοια του καυγά το πεπρωμένο γίνεται θολό, μια καταχνιά πάνω στα πεζοδρόμια της κάθε πόλης και αυτά μαζί με τους δρόμους της τσακάλια είναι, που οδηγούν σε κύκλους μέσα της και ύστερα σβήνονται όταν στο υποσυνείδητο βυθίζονται και τα ζωώδη απάνθρωπα ένστικτα τα υπόλοιπα και όλα με τον καυγά αναλαμβάνουν.