Σάββατο, 16 Ιουνίου 2018

Για να κρίνουμε σωστά το σήμερα βλέπουμε τα λάθη στο χθες








Ο νομικός πολιτισμός στην ‘απελευθερωμένη” Ελλάδα αρχίζει με την πρώτη εφημερίδα της κυβέρνησης γραμμένη στα Γερμανικά.
Η νομοθεσία που έφεραν από την Βαυαρία και ίσχυε για τις ανάγκες της, θα τίθετο σε εφαρμογή μετά από δύο χρόνια. Ετσι για δύο χρόνια υπηρχαν μόνο τρια δικαστήρια-καταδικαστήρια που ως στρατοδικία καταδικαζαν χωρις ενόρκους, χωρίς έφεση. Στόχος, η εξόντωση των οπλαρχηγών που ο λαός είχε ως ήρωες. Στο Ναύπλιο με πέντε δικαστές-που δεν ήσαν νομικοί- πραγματοποιούνταν οι δίκες που εντός 24 ωρών εκτελείτο η απόφασης. Έτσι λειτούργησε η δικαιοσύνη ως έκτακτο στρατοδικείο. 
Στο Ναύπλιο όπου ετοίμαζαν τη δίκη του Κολοκοτρώνη ήσαν δικαστές μη νομικοί- άνθρωποι του καθεστώτος, όπως ένας υπάλληλος που κράταγε το πρωτόκολλο στο υπουργείο εσωτερικών και ένας σαλπιγκτής Βαυαρός. Είχαν φέρει και τρεις μεταχειρισμένες λαιμητόμους και δύο κινητές που μετάφεραν γαϊδούρια για την κατά τόπους εφαρμογή απονομής της δικαιοσύνης, τις γκιλοτίνες όπως έλεγε ο λαός, στο Ναύπλιο Χαλκίδα-Μεσολλόγι και με συνοπτικές διαδικασίες “κόβανε”.





Ο Κολοκοτρώνης δεν έβλεπε 
“ούτε πουλί πετούμενο” 
όπως έλεγε, στο μπουντρούμι, 
το κατασκότεινο κελί του 
που τον οδήγησε Γερμανός δεσμοφύλακας 
που δεν ήξερε Ελληνικά 





Για την σύνθεση του πενταμελούς δικαστηρίου του, μεταθέσανε δικαστές και έφεραν δύο από την Χαλκίδα οι οποίοι πριν τη δίκη-καταδίκη είχαν εκδηλώσει την άποψη, ότι ο Κολοκοτρώνης και ο Πλαπούτας έπρεπε να εκτελεστούν.
Ο Τερτσέτης και Πολυζωίδης υπηρετούσαν εκεί ήδη από τον Απρίλιο ως καθεστωτικοί φυσικά και ο άλλος “δικαστής” ο Βούλγαρης, ήταν ο γαμπρός του υπουργού δικαιοσύνης Σχοινά. Ο μόνος που γνώριζε νομικά ήταν ο πρόεδρος του δικαστηρίου ο Πολυζωίδης, τριάντα ετών με σπουδές στη Γαλλία. Ανήκε στον χώρο της αντιπολίτευσης και είχε εμπλακεί στα πολιτικά πάθη της χώρας διακηρύσσοντας ότι έπρεπε να εξαφανιστεί ο Καποδίστριας ο οποίος μάλιστα τον είχε βοηθήσει και είχε πληρώσει τα έξοδα των σπουδών του. Ενώ του έβαλε ακόμη και τα εισιτήρια επιστροφής του στην Ελλάδα, όταν γύρισε στο Ναύπλιο, ο Μαυροκορδάτος τον έκανε εκδότη μιας εφημερίδας και άρχισε να χύνει δηλητήριο σε σημείο που στην εφημερίδα “Απόλλω퓨που εξέδιδε αργότερα στην ύδρα έγραψε για την δολοφονία του Καποδίστρια, “ ...αυτή η ευγενής γενναιοδωρία των Μαυρομιχάληδων με τη θέληση του Θεού, μας απαλλάξει από τον τύραννο... ευτυχώς έφυγε”










Στο Ναύπλιο, στη Τρίπολη και στο Μελένικο της Μακεδονίας υπάρχει η προτομή του και ως σήμερα απονέμετε τιμή για την αθανασία της μνήμης του. Ο συν εκδότης του, Γιάγκος Σούτσος, άνθρωπος του Κωλέττη και του Μαυροκορδάτου ήταν ο ψευδομάρτυρας στην δίκη του Καραΐσκάκη. Ο ξάδελφος του Σούτσου κάθισε δίπλα στον Πολυζωίδη και συμπλήρωσε την σύνθεση του δικαστηρίου.
Ο Κανέλλος Δεληγιάννης κατασκεύαζε στο μαγαζί του ψευδομάρτυρες που έστελνε ο Κολέτης με την υπόσχεση διορισμού και χρηματικής ανταμοιβής. Όσοι δεν δέχονταν να ψευδομαρτυρήσουν ο Αγγλος δημόσιος κατήγορος, θεολόγος-φιλόσοφος Εδουάρδος Μέισον τους έκλεινε φυλακή. (υπηρέτησε ως ο πρώτος Εισαγγελέας του νεοσύστατου ελληνικού κρατιδίου
Ο Μέισον, αυτός ο Σκοτσέζος εγκάθετος, έγινε καθηγητής, λοχαγός έμμισθος, ήταν ο συνήγορος του (ενός εκ των δυο δολοφόνων του Κυβερνήτη)Γεωργίου Μαυρομιχάλη και ο δημόσιος κατήγορος στη δίκη των αγωνιστών Θ. Κολοκοτρώνη και Δ. Πλαπούτα, ζητώντας τη θανατική τους καταδίκη για εσχάτη προδοσία. Έλαβε αργότερα τον ανώτατο τίτλο τιμής της Ελλάδος, παράσημο του Μεγαλόσταυρου του Σωτήρος, για τις υψηλές υπηρεσίες στον απελευθερωτικό αγώνα. Τον σταυρο του Σωτήρος, τον έλαβαν επίσης στην εποχή μας, ο Ζαν Κλοντ Γιούνκερ το 2013, ο πρόεδρος της Cosco Group, Γουέι Τζιαφού και ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Θεόφιλος Γ το 2016.


Σε τζαμι-δικαστήριο oι Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και Δημήτριος Πλαπούτας καταδικάζονται εις θάνατον ως ένοχοι εσχάτης προδοσίας! 

 Την απόφαση υπογράφουν οι Δ. Βούλγαρης, Κ. Σούτσος και Φ. Φραγκούλης. 
 Μόλις τους βγάλανε από το δικαστήριο τους οδηγούν συνοδία της βαυαρέζικης καβαλαρίας στο Ιτς Καλέ. 

Θέλανε να πεθάνει ο Κολοκοτρώνης και ο μόνος που τον υποστήριξε ‘ακούσια” ήταν ο μεγάλος του αντίπαλος ΙΜΠΡΑΉΜ.


Εντωμεταξύ οι Άγγλοι σύστηναν στον Όθωνα να μην φτιάξει ελληνικό στρατό αλλά αρκεί η δημιουργία Χωροφυλακής όπως και έγινε και διατηρήθηκε έως το 1984. 






Τι είναι το παράσημο του Μεγαλόσταυρου του Σωτήρος

Μπροστινή όψη: «Η ΔΕΞΙΑ ΣΟΥ ΧΕΙΡ ΚΥΡΙΕ, ΔΕΔΟΞΑΣΤΑΙ ΕΝ ΙΣΧΥΙ». Στην πίσω όψη του σταυρού υπάρχει η επιγραφή «Η ΕΝ ΑΡΓΕΙ Δ΄ ΕΘΝΙΚΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΣ αωκθ'»
Η σύστασή του αποφασίστηκε το 1829, τελευταίο χρόνο της επανάστασης, από την Δ' Εθνική Συνέλευση του Άργους, άρχισε όμως να απονέμεται από το 1833, σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στην ιστοσελίδα της προεδρίας της Ελληνικής Δημοκρατίας. Ο πρώτος που τιμήθηκε με τον Μεγαλόσταυρο του Τάγματος ήταν ο Βασιλιάς της Βαυαρίας Λουδοβίκος Α', πατέρας του Βασιλιά Όθωνα. 









Δευτέρα, 11 Ιουνίου 2018

«Ηθικές αναλγησίες» Ποίηση και Πεζά. Θανάσης Πάνου







Καθώς ο ψαράς 
περνά τη μοναχική αγρύπνια 

μπροστά στη θάλασσα 
ποιός άλλος θα βοηθήσει 
τι άλλο μπορεί να φωνάξει
να υποχωρήσει η παλίρροια
να φανούν τα ποθητά ψάρια
τι άλλο οι δεκάδες εαυτοί 
που έχουν πατηθεί σαν σκουλίκια
δόλωμα-θυσία για μια θέση 
δίπλα στο ελεύθερο κύμα.






ΤΑ ΖΙΖΑΝΙΑ 


Σε μια στενή λωρίδα γης, μετά από μοναχικές διαδρομές, σε ένα μικρό μα εύφορο κομμάτι αποφάσισαν να κατοικήσουν. Η γη, τους πρόσφερε ασφάλεια και όταν με τον ιδρώτα τους την πότιζαν, απλόχερα έδινε καρπούς που δυνάμωναν αυτή την ερωτική συμβίωση.
Όπως κάθε κομμάτι γης όμως, άγονο, έρημο, υγρό ή ακαλλιέργητο, φιλοξενούνε ζιζάνια από το παρελθόν, καλά κρυμμένα στα σπλάχνα κάθε σχέσης. Ένα τέτοιο ζιζάνιο σε μια έκρηξη οργής άρχισε να μπαίνει στη ζωή τους, να καταπιάνεται με την καθημερινότητά τους και να απλώνεται σιγά- σιγά σε όλες τις πτυχές αυτής της σχέσης. Και δεν έφτανε αυτό. Σε αυτή τη στενή λωρίδα γης που όλο και πιο πολύ ρίζωνε η κατοικία, άρχισαν να καταφτάνουν και να την πολιορκούν και άλλα ζιζάνια από τον περίγυρο, που προσπαθούσαν και αυτά, σιγά-σιγά να εισχωρήσουν σε ότι με μόχθο είχαν κατακτήσει.
Άρχισαν να διαφωνούν για αυτή την επιλογή τους και αποφάσισαν να αντιδράσουν. Το βράδυ πήραν τη μεγάλη απόφαση, περπάτησαν γύρω-γύρω από τη γη τους, έμπηξαν πασσάλους στα σωθικά της και με αγκαθωτούς φράκτες κύκλωσαν την οικία τους. 
Φράκτες τόσο ψηλούς, που δεν έβλεπαν πλέον έξω από αυτή την σχέση. Και δεν έφτανε αυτό. Μόνωσαν με επιμέλεια την οικία, ακόμη και την χαραμάδα της πόρτας τους και μόνο από ένα μικρό παράθυρο του παρελθόντος έμπαινε λίγο φως.
Αχτίδες φωτός που υπάρχουν πάντα, ακόμη και στο πιο βαθύ σκοτάδι, που περιμένουν να αναγεννηθούν, να μεγαλώσουν και να φωτίσουν με υπομονή την κάθε παγερή συμβίωση.
Αχτίδες έρωτα, που σε νύχτα έχει κουρνιάσει, κλεισμένο πάθος σε σφραγισμένη οικία που έχτισαν οι δύο ως δύο μισά, εν σάρκα μια, που ενώθηκαν χαρούμενοι με όρους αναπηρικούς και την καθημερινότητα της εύφορης γης δεν καλλιέργησαν και την κατέκλυσαν ζιζάνια.







"Μασουλώντας φίλους

Το σέρνω μέσα μου γιατρέ, 
αργά αργά χωνεύω και, 
με ορθάνοιχτες μασέλες, 
η ευτυχία του στομάχου μου, 
φαρμακωμένα από το χνώτο του λαγού, 
καρότα, ξεριζώνει. 
Κάποτε, καταβρόχθισα και αυτόν, 
Κανείς, γιατρέ, ποτέ, 
τη μοναξιά μου μετά δεν είδε, 
ή όσοι την είδαν 
είχαν φάει και αυτοί 
τον φίλο με τα μεγάλα αυτιά 
που μόνο αυτός τους άκουγε,
τον φίλο τον οικόσιτο.








Γεννήθηκε ένα βυζί μόνο γυναίκα. 
στην πορεία έγινε σαν καταιγίδα
γεμάτη γάλα ταΐζοντας χίλια παιδιά.

Και το άλλο το στήθος, το ανέγγικτο,
ξεπρόβαλε που και που κρυφά 
και φόρτωνε ηδονή
ήταν στήθος-άλλο γεύμα, μυστικό
και όσο παιδιά βυζαίνανε το άλλο
τόσο αυτό περίμενε να μεγαλώσουν 
μπουκιά να βάλλουν περίμενε
ό,τι πρέπει ερωτικά να αγγίξουν.







Πόσες αγάπες 
τραγανίστηκαν μέσα στο Εγώ…
Πόση ηδονή χώρεσε σε ένα ταψί κρεβάτι





Σήμερα ένας πατέρας χαστούκισε τον γιο του που έπαιζε με θόρυβο,
που έπαιζε και γέλαγε με τον αόρατο φίλο, 
μα το παιδί δεν έκλαψε,
 έκλεισε μόνο το μάτι πονηρά στον φίλο, 
πως αυτός αόρατος δεν κινδυνεύει 
και ο πατέρας ξαναχτύπησε 
και δεν υπήρχε κανένας φίλος το χέρι να του σπάσει,
 ένας σωρός μόνο βουλιθιές με χέρια που χτυπάνε.







Κάτι φοβάται ανήσυχο απόψε το ζώο,
τα δένδρα έχουν φυλλώματα αδύναμα σήμερα,
Ξέρει το ζώο,
η γαμψώνυχη πατούσα του, στάζει αίμα και σπέρμα,
ξεδιψούν τα φυλλώματα από τον ουρανίσκο του,
θροΐζουν χυμούς και γέννα, 
ξέρει και ανοίγει το στόμα το ζώο σήμερα,
να ψάξεις τον βρυχυθμό στον λαιμό του καλεί
χυμούς ανάμεσα στα λευκά δόντια,
πεταλούδες-ιαγουάροι, 
λέξεις και νοήματα που αναβλύζουν.
Ξέρει από όπου εφορμάς εσύ ζώο.







" είναι σαν άγουρο μήλο κι είναι από ελπίδα
κι έχει νέο καρπό και μνήμη κρυφής μοναξιάς
αυτό το νέο συναπάντημα..."





Σεμέλη
...
Κι όταν Σεμέλη, σε φιλώ, 
από το θεϊκό βουνό το διαλαλώ
τσιγάρο και κόκκινο κρασί στα χείλη σου,
και Τυρρηνοί πειρατές με αιχμαλωτίζουν.
Στα αμπέλια σου Σεμέλη χάνομαι 
Πενθέας στεφανωμένος με στηθόδεσμο
μες τους καπνούς σου με κισσόφυλλα,
και από το κρασί στο σώμα σου 
τις ρόγες αγγίζω σε μεθυστικό ταγκό
σε πίνω ακόρεστος θεός
και δεύτερη φορά γεννώμαι.







"Δεμένο κλάμα τα παιδιά
δεν έχει σημασία που είναι πύραυλοι
λυμένα άλλωστε 
πως να συγκρουστείς μαζί τους;"








Κυριακή, 31 Δεκεμβρίου 2017

Το τέλος της ετήσιας σπονδής





Στο τέλος της ετήσιας σπονδής, η αποχώρηση του έτους ήταν άκρως ενδιαφέρουσα. 
Ο 2017, ήταν ακόμη ένας αγαθός και αληθινά όμορφος χρόνος και αν και μειράκιον, νέος κάτω των δύο ετών δηλαδή, φορούσε τρίβωνα, το αρχαίο αυτό τραχύ Σπαρτιάτικο ιμάτιο, σε αντίθεση με τους προηγούμενους τρυφηλούς καλλωπισμένους χρόνους, που κορδωμένοι έριχναν προς όλες τις κατευθύνσεις λοξές υπερτιμημένες προσδοκίες
Σέρβιρα κρασί με αλάτι και όταν τον ρώτησα, πως και από δω, απάντησε ότι λάτρευε την Αθήνα και καυχήθηκε πως ποτέ δεν έφυγε από την αγορά της. 
Έκπληκτος τον ρώτησα πως είναι δυνατόν να μην έφυγε ποτέ, ενώ τόσοι χρόνοι άλλαξαν και πως και η Αθήνα έχει αλλάξει τόσο και καμία σχέση δεν έχει με την αρχαιοελληνική μεγαλοπρεπή αγορά, με αγάλματα, βωμούς, περιστύλια, πλατάνια, ναούς και τεράστιους κίονες. Πως είναι δυνατόν να υπάρχει ως ελπίδα και να επέζησε ως διαδοχή πολιτισμένων χρόνων.



Το μόνο που οι οπισθοδρομήσεις κατάφεραν , απάντησε, ήταν από απολλώνιο φως να με παραποιήσουν σε μέγα ψεύτη, κακάσχημο κλέφτη των προσδοκιών, σκότος ισκιοβόρο και έτσι από συνήθειο και εμμονή οι άνθρωποι να μεταφέρουν μόνο τυπικές ευχές.

Κατά τα άλλα αν και τόσο νέος, ήταν γνώστης της κοινωνικοπολιτικής σημερινής κατάστασης και των γεωπολιτικών παιγνιδιών. Αυτή η συζήτηση όμως θα μείνει μυστική, όπως υποσχέθηκα. Το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι θα έχουμε νέους βομβαρδισμούς κι ας αναλογιστούμε την άποψη του Σωκράτη, ότι πρέπει να κοιτάξουμε πρωτίστως τα εδώ, δηλαδή να βελτιώσουμε εμάς για να δημιουργήσουμε μια κοινωνία που κοινωνεί οίνου σοφίας και όχι βόμβες.
-Πέρασε η τελευταία μου ώρα-μου είπε- ξεμπέρδεψα με εσάς και εσένα, φεύγω Αθανάσιε. Σε χαιρετώ με αυτό που υιοθέτησε και ο διαπρεπής Κύπριος φιλόσοφος ο Δημώναξ. Το «ελεύθερον όστις ούτε ελπίζει τι, ούτε φοβείται τι» 

-«ελεύθερον όστις ούτε ελπίζει τι, ούτε φοβείται τι» Ααα!! Καζαντζάκης είπα.

-Όχι!! Και πάλι όχι! Απόφθεγμα που ο Ν. Καζαντζάκης έβαλε να χαράξουν στον τάφο του ως δήθεν δικό του, ενώ σε κάποιον πρόγονό μου, ο κύπριος φιλόσοφος Δημώναξ, αναφώνησε. Λοιπόν, για την είσοδο του νέου έτους, εξέρχομαι τώρα και να προσέχεις τις ξεδιάντροπες προσδοκίες

-Ναι, της Λαΐδας γίνεται.



-Έφτασε λοιπόν η ώρα για να απέλθωμεν, εγώ μεν για να αποθάνω, εσείς δε για να ζήσετε. Ποιος όμως από τους δυο πηγαίνει σε καλλίτερο μέρος μόνον ο Θεός γνωρίζει.
-Ααα, Σωκράτης! είπα. 

-Ναι, αυτό δεν μπόρεσαν να το αλλοιώσουν, γιαυτό εκεί τα μάτια σας.