Σάββατο, 21 Οκτωβρίου 2017

ένα αφηρημένο παιδί






Ήταν κάποτε αυτός ο απλός άνθρωπος, 
ο παιδικός ο φίλος μου, που αναφέρω τώρα. 
Θα έπρεπε να είχε γεννηθεί ευλογημένος πατέρας πολλών παιδιών.., 
τόσο καλός ήτανε. 
Δεν έκανε όμως ποτέ κανένα δικό του...
Γιατροί είπανε γύρω στα πενήντα χρόνια του, 
πως πρόβλημα κανένα δεν είχε, 
τα μέντιουμ επίσης είπανε ότι θα κάνει πολλά παιδιά, 
η γραμμή άλλωστε της ζωής του ήταν μεγάλη, 
θα ευτυχήσει, φτάνει να τολμήσει, ]
από τα μαλλιά να αρπάξει τη ζωή 
και αυτήν που ονειρεύεται 
και στα ποιήματά του γράφει.

Εγώ πάντως επιμένω και μετά τα πενήντα να του λέω, 

να μην χτίζει τίποτα άλλο μέσα στη κάμαρά του
-έφτιαξε άλλωστε το κάστρο του ασφαλές-

και αν τύχει και βγει από αυτό και δραπετεύσει μακριά, 

να πλανηθεί δεν ξέρω που, 
μα ύστερα από πολλά τετράγωνα 
ας εκτελέσει επιτέλους τις κοινωνικές επιταγές, 
να επιτελέσει ως αρμόζει το αρσενικό καθήκον του. 
Κι όταν με κοιτάζει με τον άνεμο 
να ανεμίζει ζεστός στοργή 
από τα παιδικά μας χρόνια, 
πατέρας αμίλητος γίνεται 
και εγώ ένα αφηρημένο παιδί, 
ένας φίλος που δεν είδε 
ο,τι μπορεί να ενσαρκώνει ως ποιητής 
]παιδιά κάθε στιγμή.







Παρασκευή, 15 Σεπτεμβρίου 2017

ΠΕΡΙ ΑΕΡΙΩΝ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΩΝ




...
Υπάρχουν αρσενικές και θηλυκές πορδές.

Η φυσιογνωμία της ανδρικής μοιάζει με την προσωπικότητα του φορέα και συνήθως είναι εξωστρεφής, θορυβώδης και μεγάλης διάρκειας. Ιδιαίτερα όταν υπάρχει συναγωνισμός στην αντρική παρέα που από τα εφηβικά χρόνια διοργανώνει και τους αντίστοιχους μυστικιστικούς ευδαιμονικούς διαγωνισμούς.

Αντίθετα, για την γυναικεία γνωρίζουμε ελάχιστα και υπάρχει ο μύθος ότι δεν υφίσταται. Στην πραγματικότητα, μοιάζει με μια πρωινή δροσοσταλίδα που είναι κρυμμένη καλά στην άκρη του γαλαξία και είναι φυσικά πολύ μικρή άοσμη και αθόρυβη.
 Όταν εκφέρεται εκφράζει ταυτόχρονα την σαρκική μορφή του έρωτα και την αποδοχή της ανθρώπινης γυναικείας φύσης. Το σχήμα της είναι ελικοειδές σαν τον κάλυκα ανθισμένης μιμόζας και το άρωμα, αυτό της γαλάζιας φωτιάς. Έχει συμβεί μάλιστα σε πολλούς άνδρες να γελάσουν αιφνιδιασμένοι στην παρουσία της και ταυτόχρονα να ανακαλύψουν την δύναμη του γυναικείου χαστουκιού.

Ωστόσο, δεδομένης της απαγόρευσης, είναι ενδιαφέρουσα η επιστημονική προσέγγιση του πέρδεσται. 
Γνωρίζουμε ότι η ικανότητα εμπλοκής και επιβολής της εξουσίας υπάρχει από την αρχή της ζωής, όπου κυριαρχούν έμφυτα μερικά «προγράμματα», όπως το χαμόγελο, το κλάμα το ρεύεσται και το πέρδεσται. Έτσι, στις πρώτες μορφές συμπεριφοράς και έκφρασης των παιδιών, εστιάζεται το ενδιαφέρον των ειδικών επιστημόνων για να ανακαλύψουμε πότε και με ποιά ευκαιρία επιβάλλονται τα διάφορα ταμπού.

Οι παρατηρήσεις της κοινωνιολογίας και της ψυχολογίας σε παιδιά διαφόρων ηλικιών τα οποία ζουν σε κανονικό περιβάλλον, αποδεικνύουν πως από τις πρώτες μέρες της ζωής, υπάρχει ως φυσιολογικότατη αυτή η πράξη που είναι από τις πρώτες που θα απαγορευτούν πονηρά και υποχθόνια από την γερακοφωλιά της εξουσίας.
Το νεογέννητο, «ενεργοποιείται» με αυτούς τους κλανιάρικους ήχους (όπως και με το ρέψιμο) και μάλιστα απαντά κλαίγοντας εκφράζοντας το φόβο του . Στους επόμενους μήνες ένας τρόπος για να απαντά στα πειράγματα και στα γλυκανάλατα παιχνίδια των μεγάλων-όταν είναι βέβαια σε καλή διάθεση- είναι να παράγει φωνούλες ή ψελλίσματα με τόνους σε διαβαθμιζόμενη ένταση, αλλά και κλανίτσες που μας κάνουν να διερωτόμαστε πώς είναι δυνατόν να είναι τόσο βρωμερές οι εκροές από ένα τόσο αγαθό κωλαράκι. 

Στην πορεία της ζωής, η απαγόρευσή της κλανιάς επιβάλλεται σιγά – σιγά από τους κανόνες της συμβίωσης σε ένα πολιτισμένο περιβάλλον και αποτελεί βασική εκμάθηση στην διαδικασία κοινωνικοποίησης από την οικογένεια. Όποιος ασυστόλως πέρδεται χαρακτηρίζεται αυτόματα άξεστος και αγροίκος. 
Πρέπει οπωσδήποτε να κρατάς τα προσχήματα, να διαφυλάττεις επικινδύνως το αέριο μέσα σου -όσο καταπιεστικό και αν είναι- και να βρεις το κατάλληλο ερημικό τοπίο όπου μπορείς ανενδοίαστα πλέον, χωρίς τύψεις, να απολαύσεις την εκροή του με όλο το θόρυβο που συνεπάγεται.

Πρέπει βέβαια να τονιστεί ότι μιλώντας για πολιτισμένη κοινωνία, η αναφορά γίνεται στον ευρωπαϊκού τύπου πολιτισμό με την αποικιοκρατική ιστορία του και τα συμπλέγματα ανωτερότητας που τον διακατέχουν. Υπήρξαν όμως πολλές άλλες πολιτισμένες μικροκοινωνίες, κοινωνιακοί τύποι και φυλές -που τις εκμεταλλεύτηκε ο σύγχρονος πολιτισμός καταπίνοντας τες, με τελείως διαφορετική αντίληψη για το κλάνειν. Μασαϊ , Μπαντού, Γιασμίρ, Ναβάχο, Σεουϊρ…χωρίς ταμπού με ελευθερία στο κλάνειν και στον έρωτα, που δεν ήταν καταδικασμένος ως μιαρή πράξη από τα ιερατεία. Οι Μπαντού μάλιστα έχουν ένα ρητό Δελφικού τύπου: «Για να πιάσεις ένα Ιμπάλα δεν πρέπει να το προσπεράσεις κλάνοντας» και με αυτό δηλώνουν και τη μυστική δύναμη του κυνηγού που και αυτή ευνούχισε η δικιά μας κοινωνία διαμορφώνοντας μόνο θηράματα. 







Το ερώτημα πάντως που παραμένει είναι, αν αυτή η ικανοποίηση ελευθερίας που νοιώθουμε με την εκροή των αερίων είναι μια έμφυτη τάση του ανθρώπου, ή αν απλά είναι η μόνη επαναστατική αντίδραση που μας έχει απομείνει απέναντι στις καταπιεστικές απαγορεύσεις της γερακοφωλιάς της εξουσίας.

Αυτή η θέση όμως δεν πρέπει να μας κάνει να ξεχνάμε δύο σημαντικά σημεία:

Πρώτον, ότι υπάρχουν διαφορές μεταξύ των ατόμων και επομένως ότι μερικoί έχουν διαφορετική επαναστατική- ηθική ευαισθησία για το θέμα και μικρότερη ένταση στις κλανιές από άλλους και δεύτερον, ότι το «πρόγραμμα» των φυσιολογικών αναγκών είναι βέβαια έμφυτο, αλλά και «μερικό», δηλαδή έχει ανάγκη να καλλιεργείται και να τροφοδοτείται στην πορεία της ζωής, σε επαφή με άλλα πρόσωπα και ελεύθερες ιδέες που λειτουργούν αντισυμβατικά.

Τελικά, χωρίς την «συνδρομή» της κατανόησης των ταμπού, όπως το «ου πέρδεστε» δημοσίως, οι επαναστατικές τάσεις μας μπορούν σιγά-σιγά να σβήσουν. 






































Τετάρτη, 26 Ιουλίου 2017

Η ΑΓΑΠΗ ΤΟΥ ΣΤΩΙΚΟΥ







Είναι αλήθεια πως η λέξη «αγαπώ» έχει ένα υποκειμενικό φωτοστέφανο.
Εγώ αποφασίζω τι είναι άξιο της αγάπης μου και τι δεν είναι.
Αλλά έχει και μια αντικειμενική έννοια.
Καθώς μελετούμε το υποκείμενο της εν γενέσει αγάπης κάτι μέσα μας σιγομουρμουρίζει:
«πολύ ενδιαφέρον, θα ήθελα να μπω στον χώρο του», αυτό που εννοεί βέβαια η φωνή θα μπορούσε να εκφραστεί:
«και γιατί δηλαδή να μη γίνει και δικό μου;».
Αφήνω όμως αυτή την συναίσθηση, ό,τι αγάπη ίσον ανταλλαγή, την νοσηρότητα δίχως έλεος που δέσμιους κρατάει αυτούς που σφάζονται και συνέχεια φαγώνονται σε αυτή την κοινωνία των αγελαίων σχέσεων.
Αυτή η αίσθηση που ξυπνάει μέσα μας, όταν εξαφανίζεται η υπέρταση της πρώτης στιγμής, είναι μια αναγνώριση αξίας, ένα καμπανάκι ενδιαφέροντος.
Αυτή η έννοια του ενδιαφέροντος, η αυξημένη τάση επαφής, είναι μια πραγματικότητα, σαν την πραγματικότητα που συναισθάνονται οι ποιητές στις σιωπηρές στιγμές ενόρασης.
Μετά αρχίζει η μαγεία. Ανακατεύεται στο καζάνι των αισθημάτων το μαγικό «ποτό του έρωτα». Πάντα όμως μερικές σταγόνες πέφτουν έξω και καίνε το δάχτυλο κι όταν το βάζεις στο στόμα για δροσιά, βλέπεις αίφνης και τις θυσίες που θα πρέπει να κάνεις.





Όπως στο θρύλο του Ζήγκφριντ, (που μελοποίησε ο Βάγκνερ) σταγόνες από αίμα δράκου πέφτουν πάνω στο χέρι του ήρωα και τον καίνε, έτσι και στην αγάπη όταν εύσαρκη γίνεται.  Ο ήρωας βάζει το δάχτυλο στο στόμα του και μπορεί αμέσως να καταλάβει το τραγούδι των πουλιών και τους ψιθύρους του δάσους.
Εδώ βέβαια, στην περίπτωση της ανιδιοτελούς αγάπης πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η μαγική συνταγή δεν μπορεί από μόνη της να συντονίσει τα βαθύτερα επίπεδα μιας σχέσης αγάπης. Σε μια «μαγική σχέση» εκτός από το μεθυστικό γλυκόπιοτο ερωτικό χαρμάνι, χρειάζεται η διεύρυνση ενός άλλου είδους συναίσθησης, διαισθητικού που είναι κάτι σαν τους ψιθύρους του δάσους που δεν έχουν ηλικία. Ο εξερευνητής αν έχει σκοπό να φτάσει βαθύτερα μέσα στην έννοια της, να επεκτείνει δηλαδή από τον απλό σαρκικό έρωτα τη φύση της, πρέπει να δεχτεί τη θυσία, της δικιάς του σιωπής. 
Κάτι παρόμοιο που συνέβαινε στην αρχαία Ιρλανδία όπου η εκλογή ενός νέου βασιλιά περιλάμβανε τη θυσία ενός ιερού ταύρου, από τον οποίο έτρωγε ο Δρυίδης ώσπου να αποκοιμηθεί. Στον ύπνο του έψελναν από πάνω του και δεχόταν την αποκάλυψη του δίκαιου διεκδικητή. Και με αυτό εννοώ, πως η αγάπη δεν πρέπει να είναι γλυκός ύπνος των αισθήσεων. Στην αγάπη, μια τέτοια τελετή υποβάλλει αμέσως τη θέση της αγάπης ως βασιλιά και εξουσιαστή όλων των άλλων καταστάσεων της ζωής. Πρέπει να τεθεί στην κορφή των πάντων.
Ο βασιλιάς ίσως βέβαια χρειάζεται από την σάρκα σου τροφή για να αυξήσει τη δύναμή του. Και εδώ είναι η ουσία. Πόσο και αν, είσαι διατεθειμένος να προμηθεύεις με το σπάνιο κρέας της αυταρέσκειας σου αυτό το όνειρο για να αποκτήσει σάρκα ως αληθινό. Αν είσαι έτοιμος από τις σάρκες σου να απευθύνεις λόγια σωστά (που πολύ λίγοι ξέρουν το μυστικό τους) και ως δελφίνι να αναδύεσαι στην επιφάνεια από κάθε φουρτούνα που ορμά σε αυτή τη μόνιμη υπέρταση.
Μπορεί βέβαια να μη συμφωνείς και ελεύθερα να παραδίδεις όλα τα αμυντικά σου όπλα.
Μπορεί βέβαια να έχεις συνηθίσει τόσο πολύ να γίνεσαι κομμάτια, ώστε η λεπτή τελετουργία μιας νέας αγάπης να μη σε πονά.
Μπορεί τα τρακαρίσματα να έχουν γίνει βίωμά σου, εύπεπτες σχέσεις που έρχονται για να εξαφανιστούν, ρομπότ μηχανικά χωρίς καμιά θυσία.








 Την ποίηση όμως των μουσών,
αν κάνεις τον κόπο και ακούσεις,
το κάλεσμα το αληθινό,
τον οργασμό τον ποθητό,
αυτό που ξυπνάει ο κεραυνός,
ζευγάρι  σε συγχρονισμό θα αναγνώσεις
 και λόγια της ίδιας της θεάς
στο στόμα σου θα ανθήσουν.





























Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

Ο ΑΣΧΗΜΟΣ ΚΥΝΟΚΕΦΑΛΟΣ ΑΓΙΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ.




Στην προσπάθεια να δώσουμε εικόνα στο πρόσωπο του θεού μας η αγωνία του καλλιτέχνη είναι να μην φτιάξει κάτι άσχημο. Πρέπει να είναι γαλήνιος, σοφός, με βάρος κανονικό, με μάτια εκφραστικά και γεμάτα αγάπη. δεν θα μπορούσε να είναι άσχημος ο θεός μας και αν είναι τότε πρέπει να αναθεωρήσουμε όλα τα πρότυπα για το ωραίο και το άσχημο. Όσο άσχημος και να είναι, πάντως θα έπρεπε να είναι ανθρώπινος και χωρίς κέρατα, μυτερό γενάκι ή τραγοπόδαρος. Αυτά είναι δυνατά σύμβολα, ριζωμένα μέσα μας που εκφράζουν τον παγανισμό.
Ο Άγιος Χριστόφορος ο κυνοκέφαλος, δύσμορφος και άγριος στην όψη αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση που αντανακλά τις ζυμώσεις και τις συγκρούσεις στην προσπάθεια εικονοποίησης κυρίως μέσω των λαϊκών έργων.
Ο Άγιος Χριστόφορος ως κυνοκέφαλος, (φορητή εικόνα στο Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών) προκαλεί ερωτηματικά.
Ο Άγιος Χριστόφορος περιγράφεται και εικονίζεται ως κυνοκέφαλος, προφανώς λόγω της σύνδεσής του με το έθνος των Σκυλοκέφαλων. Η φαντασία πολλών λέει ότι ανάμεσα στους στρατιώτες του Μεγάλου Αλέξανδρου υπήρχαν και κυνοκέφαλοι. Για τους κυνοκέφαλους, ανθρώπους δηλαδή με κεφάλι σκύλου, κάνουν λόγο και οι Ηρόδοτος και Ησίοδος. Παρόμοιος θρύλος υπήρχε και στην Ασία. Συναντάται σε κινεζικά κείμενα του 6ου αιώνα γι’ αυτό και οι φήμες περί σκυλοκέφαλων ή κυνοκέφαλων οφείλονται, πιθανόν, στις περιορισμένες γνώσεις αναφορικά με τις περιοχές αυτές. Ο Στράβωνας, στα γεωγραφικά του, κάνοντας σχόλιο για τις τερατολογίες των παλαιοτέρων του, αναφέρει τους μεγαλοκέφαλους του Ησίοδου, τους στεγανόποδες του Αλκμάν, τους μονόφθαλμους και κυνοκέφαλους του Αισχύλου. Αργότερα και ο Κλαύδιος Πτολεμαίος κάνει λόγο για κυνοκέφαλους και μονόποδες.
Στην Ελληνική μυθολογία Κεφάλι σκύλου στην Ελληνική έχει η Εκάτη. Η Εκάτη πληροφορεί πρώτη τη Δήμητρα για την απαγωγή της κόρης της και έτσι θυμίζει το ρόλο του Ανούβη. Είναι η θεά εκείνη που ο Ηρακλής φέρνει νικημένη στον επάνω κόσμο σαν φύλακα των πυλών του Άδη με τριπλή όψη, ταυτόσημη με τον Κέρβερο.
Κατά την παράδοση του ελληνικού λαού ο άγιος Χριστόφορος θεωρείται προστάτης των χωραφιών και των αμπελιών από τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες και ιδιαίτερα από την πτώση χαλαζιού. Στους νεότερους χρόνους, άρχισε να θεωρείται προστάτης των αυτοκινητιστών, των οδοιπόρων και του Σώματος Εφοδιασμού-Μεταφορών του Στρατού, ενώ είναι και ο πολιούχος της πόλης του Αγρινίου.







Η παράδοση λέει πως ο Άγιος Χριστόφορος έζησε και μαρτύρησε στα χρόνια του Ρωμαίου αυτοκράτορα Δεκίου (Gaius Messius Quintus Decius, 249-251 μ.Χ.). Καταγόταν από άγρια χώρα ανθρωποφάγων (πιθανόν Ινδία). Στη διάρκεια ενός πολέμου συνελήφθη αιχμάλωτος μαζί με άλλους στρατιώτες και μεταφέρθηκε στην Αντιόχεια όπου βαπτίστηκε από τον εκεί επίσκοπο, ιερομάρτυρα Βαβύλα. Πήρε τότε το όνομα Χριστόφορος (ή Χριστοφόρος) εγκαταλείποντας το προηγούμενο όνομά του που ήταν Ρέπροβος.
Για τους καθολικούς ο Κυνοκέφαλος Άγιος, ήταν ο προστάτης των οδοιπόρων. Επειδή, σύμφωνα με το μύθο των καθολικών, περνούσε τους οδοιπόρους από το χείμαρρο (μιας και δεν υπήρχε γέφυρα) έγινε προστάτης τους. Παρουσιάζεται με μορφή γίγαντα να περνά τον Χριστό, μικρό παιδί, στους ώμους του, από τη μία όχθη ενός χειμάρρου στην άλλη. Για αυτόν το λόγο πήρε το όνομα Χριστόφορος (Χριστόν φέρει).
Υποθέτουμε λοιπόν, ότι ο ναός στο Αντρώνι οικοδομήθηκε τα πρώτα χριστιανικά χρόνια, πριν ακόμη διαχωριστεί η Εκκλησία, ή χτίστηκε πάνω σε αρχαίο ναό. Σημειώνουμε δε ότι η χριστιανική ιστορία της προέλευσης του ονόματος δεν ευσταθεί γιατί ο Άγιος έζησε πολύ αργότερα από το Χριστό (3ο αιώνα μ.Χ.).Στις 24 Ιουλίου, όπου γιορτάζεται, οι βόρειοι λαοί έχουν τις κυνικές ημέρες (από τις 23/7 έως τις 24/8). Εάν στο διάστημα αυτό υπάρχει ηλιοφάνεια πιστεύεται ότι η χρονιά θα έχει καλή σοδειά. Το αντίθετο συμβαίνει αν οι συνθήκες είναι δυσμενείς..

Όπως παρατήρησε ο Grabar, ο τύπος του Αγίου με κεφάλι σκύλου προήλθε από Ασιατικές παραδόσεις περί ενός μυθικού γένους κυνοκέφαλων.
Η παράδοση αυτή βέβαια υπήρχε και διαφαίνεται στα περί του Χριστοφόρου κείμενα, χωρίς όμως να επηρεάσει, όπως είδαμε, την απεικόνιση του Αγίου κατά τούς βυζαντινούς και τούς μετά την Άλωση χρόνους μέχρι το τέλος τού 17ου αιώνα. Μόνο από την εποχή εκείνη και κατά τον 18ο αιώνα «μερικοί αμαθείς αγιογράφοι», όπως τους χαρακτηρίζει ο Νικόδημος ο Αγιορείτης έχοντας παρανοήσει το κείμενο του Συναξαρίου, κατά το οποίο ο άγιος ήταν «κυνοπρόσωπος», τον εικόνισαν έτσι. Μία τέτοια παρανόηση εξηγείται, αν λάβουμε υπ’ όψιν ότι κατά τους χρόνους αυτούς, τα τέλη δηλαδή του 17ου και τον 18ο αιώνα, είναι η εποχή, κατά την οποία η παλαιά Ορθόδοξη εικονογραφική παράδοση είχε πλέον εξασθενήσει και οι επαρχιακοί λαϊκοί αγιογράφοι την είχαν σχεδόν εντελώς παρανοήσει.
Αυτής λοιπόν της παρανοήσεως και της συγχύσεως συνέπεια είναι η τερατώδης παράσταση του Αγίου Χριστοφόρου με κεφάλι σκύλου. Δεν είναι συνεπώς ανάγκη ν’ αναζητήσουμε την προέλευσή της σε παλιές, προερχόμενες από την Ανατολή παραστάσεις και παραδόσεις που εμφανίσθηκαν εντελώς αιφνίδια στους τελευταίους αιώνες της Τουρκοκρατίας.








Οι παγανιστές
Όταν ο χριστιανισμός εδραιώθηκε ως επίσημη θρησκεία του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους και ειδικά τον 4ον αιώνα, οι λεγόμενοι Παγανιστές (οι πιστοί στην παλιά θρησκεία και όσοι δεν πίστευαν στο Θεό της Βίβλου), που στο επίπεδο της τέχνης μεταξύ των άλλων είχαν τον κυνοκέφαλο Άγιο Χριστόφορο, υπέστησαν δεινούς διωγμούς. Η θρησκεία τους απαγορεύτηκε, επειδή προερχόταν από τον δωδεκαθεϊσμό, μια θρησκεία που είχαν ασπαστεί κυρίως οι Έλληνες, οι Ρωμαίοι, οι αποικίες τους και οι ανώτερες τάξεις λαών που είχαν έλθει σε επαφή με τον ελληνικό πολιτισμό.

Σύμφωνα με τον Ανδρέα Ξυγγόπουλο, καμία παράσταση του αγίου ως κυνοκεφάλου δεν υπάρχει στα βυζαντινά χρόνια. Σύμφωνα με το Συναξάριο του του Αγίου, αναφέρεται ό,τι, «Περί τούτου του ενδόξου και μεγαλομάρτυρος τερατώδη λέγεται τινά και παράδοξα, ότι τε κυνοπρόσωπος ήν εκ της χώρας των τους ανθρώπους κατσθιόντων και ότι πρότερον ανθρώπους ήσθιεν, ύστερον δεν μετά το πιστεύσαι Χριστώ μεταμορφωθή. Ουκ έστι δε τούτο, ούκ έστιν. Αλλά τινές αυτόν ούτως υπενόησαν διά το εθνικόν και άγριον και φοεβερόν». Δηλαδή για την Εκκλησιαστική συνείδηση η λαϊκή αυτή παράδοση η σχετική με την απεικόνιση του Αγίου ως σκύλου, αποκρούσθηκε.






Όποιος εξετάζει τις παραστάσεις του Αγίου Χριστοφόρου με κεφάλι σκύλου σε τοιχογραφίες, σε φορητές εικόνες, ακόμη δε και σε μικρογραφίες χειρογράφων θα διαπιστώσει ότι πρόκειται περί λαϊκών έργων τής προχωρημένης Τουρκοκρατίας, ιδίως τού 17ου και τού 18ου αιώνα. Καμία δηλαδή παράσταση του Αγίου κυνοκεφάλου δεν είναι, γνωστή από τους βυζαντινούς χρόνους.
Υπήρχε όμως ασφαλώς κάποια παλιά λαϊκή παράδοση, την οποία σθεναρά αποκήρυσσε η Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης. Αυτό προκύπτει σαφώς από το Συναξάρι, όπου στην 9η Μαΐου γράφονται τα εξής:
«Περί τούτου του ενδόξου και μεγαλομάρτυρος (δηλαδή τού Χριστοφόρου) τερατώδη λέγεται τινα και παράδοξα, ότι τε κυνοπρόσωπος ην εκ της χώρας των τους ανθρώπους κατεσθιόντων και ότι πρότερον ανθρώπους ήσθιεν, ύστερον δε μετά το πιστεύσαι Χριστώ μετεμορφώθη. Ουκ έστι δε τούτο, ουκ έστιν αλλά τινές αυτόν ούτως υπενόησαν δια το εθνικόν και άγριον και φοβερόν»
 Αυτά άλλωστε, τα επαναλαμβάνει και το Συναξάρι του Μηναίου στην 9η Μαΐου, όπου το κυνοκέφαλος ερμηνεύεται τουτέστι δύσμορφος και άγριος την όψιν.

Διαφορετική κάπως παράδοση διασώζει ένα κείμενο σχετικό με τον άγιο, που βρίσκεται στον κώδικα 10 τού 11ου αιώνα, τής Ακαδημίας της Lyon και δημοσιεύθηκε από τον G. Van Hooff. Κατά το κείμενο αυτό ο Χριστοφόρος εκ του γένους των κυνοκέφαλων υπήρχεν, γης δε των ανθρωποφάγων


Παρακάτω ο άγιος περιγράφεται ως ανήρ νεανίας, φοβερός τω ιδεί, και υπερμεγέθης τω σώματι και τω πάχει· οι δε οφθαλμοί αυτού ως αστήρ ο πρωί ανατέλλων, και οι οδόντες αυτού ως συάγρου εξέχοντες
 Σε άλλο σημείο τής διηγήσεως ο Δέκιος αποτείνεται προς τον μάρτυρα με τις ύβρεις: Απονενοημένε, κακοπρόσωπε, κακώνυμε, αλλοτριόμορφε…
Και το κείμενο λοιπόν αυτό αναφέρει μεν την καταγωγή του Χριστοφόρου «εκ του γένους των κυνοκεφάλων», χωρίς όμως να τον χαρακτηρίζει ως κυνοκέφαλο, αλλά μόνο ότι είχε πολύ άσχημο πρόσωπο. Ο Νικόδημος ο αγιορείτης τέλος στον Συναξαριστή του παρατηρεί στην υποσημείωση 2 της 9ης Μαΐου τα εξής αξιοπρόσεκτα: «Κυνοπρόσωπος, εδώ πρέπει να νοηθεί, ότι ο άγιος ήταν και άσχημος και άμορφος εις το πρόσωπον, όχι δε και πως είχε σκύλου μορφήν εις τελειότητα, καθώς ου καλώς ιστορούσιν αυτόν μερικοί αμαθείς ζωγράφοι. Ανθρώπινον γαρ πρόσωπον είχε, καθώς και οι λοιποί άνθρωποι, άσχημον όμως και φοβερόν και ηγριωμένον».


Είναι πολύ περίεργο ότι καμία απεικόνιση του Χριστοφόρου ως κυνοκεφάλου δεν είναι, γνωστή προ του 17ου αιώνα. Αυτό όμως δεν είναι ανεξήγητο αν ληφθεί υπ” όψιν η ρητή διάψευση της επίσημης Εκκλησίας, ότι ο άγιος ήταν κυνοκέφαλος, όπως διατυπώνεται στο Συναξάριο της Κωνσταντινούπολης.
Το παραπάνω μπορεί να το επιβεβαιώσει με τρόπο αναμφισβήτητο μία, έστω και πρόχειρη ανασκόπηση, τής ανά τούς αιώνες εικονογραφίας του Αγίου.
Ήδη στις αρχαϊκές τοιχογραφίες της Καππαδοκίας, όπως και το 1006 στην Αγία Βαρβάρα ο Χριστοφόρος εικονίζεται νέος, χωρίς γένια, έχοντας χλαμύδα. Οι Καππαδοκικές αυτές παραστάσεις του Αγίου με ανθρώπινο νεανικό πρόσωπο είναι πολύ ενδιαφέρουσες για το ζήτημα που μάς απασχολεί, επειδή, όπως είδαμε, οι εικόνες τού κυνοκεφάλου Χριστοφόρου που δημοσιεύθηκαν από την Α. Χατζηνικολάου, που βρίσκονται στο Βυζαντινό Μουσείο, προέρχονται ακριβώς από την Καππαδοκία. Αυτό δείχνει σαφώς ότι η παράδοση περί του κυνοκεφάλου Αγίου δεν είχε ακόμη δημιουργηθεί κατά την εποχή εκείνη ή δεν είχε ίσως ακόμη επηρεάσει την εικονογραφία της Καππαδοκίας. Τον 12ο αιώνα ξαναβρίσκουμε στους Αγίους Αναργύρους της Καστοριάς τον άγιο επίσης ως νέο χωρίς γένια, να έχει πανοπλία και μεγάλη ασπίδα.
Κατά τους χρόνους των Παλαιολόγων αρκετά είναι τα παραδείγματα που σώζονται. Έτσι στο Πρωτάτο των Καρυών του Αγίου Όρους ο Χριστοφόρος εικονίζεται νέος σε προτομή, κρατώντας κατά τον τύπο των μαρτύρων, σταυρό[16]. Κατά τους ιδίους περίπου χρόνους εμφανίζεται και ο τύπος με τον άγιο νέο, να φέρει στους ώμους το Βρέφος Ιησού.
Περί τα τέλη του 15ου αιώνα, σύμφωνα με τη χρονολόγηση του Grabar, βρίσκουμε τον Χριστοφόρο με γένια να έχει το Βρέφος στους ώμους σε μία διασωθείσα τοιχογραφία από τη διακόσμηση του καταστραφέντος ναού των Αγίων Πέτρου και Παύλου στο Τίρνοβο της Βουλγαρίας, όπως και σε εικόνα τής Πάτμου[19]. Τόσο η τοιχογραφία του Λέσνοβο, όσο και αυτή τού Τιρνόβου με τον Χριστοφόρο έχοντα στους ώμους το Βρέφος σχετίζονται,  με δυτικά πρότυπα.








Το 1527 ο Θεοφάνης ο Κρης εισάγει στη διακόσμηση του Καθολικού τής Μονής Αναπαυσά τών Μετεώρων τον τύπο του Χριστοφόρου με γένια και με το Βρέφος στους ώμους, αυτό δε επαναλαμβάνει το 1535 στο Καθολικό της Λαύρας του Αγίου Όρους. τη γενειοφόρο αυτή μορφή του Αγίου αντιγράφει δύο φορές το 1568 ο άγνωστος Κρης αγιογράφος, που διακόσμησε το Καθολικό της αγιορειτικής Μονής Δοχειαρίου και σε στηθάριο με προτομή του μάρτυρος, αλλά και στην ολόσωμη εικόνα του, με το Βρέφος πάνω στους ώμους.
Η εικόνα αυτή του Χριστοφόρου με γένια και με το Βρέφος στους ώμους, όπως την είδαμε στο Τίρνοβο και στα έργα του Θεοφάνους και στους μιμητές του, προέρχεται, αναμφίβολα, όπως τουλάχιστον νομίζω, από δυτικό πρότυπο, χαλκογραφία τού οποίου κυκλοφορούσε, φαίνεται, όπως και πολλές άλλες, στην Χριστιανική Ανατολή.
Ο τύπος λοιπόν του νεαρού Χριστοφόρου να έχει σπανιότερα μικρό γένι, είναι ο μόνος που επικράτησε κατά τη βυζαντινή και τη μεταγενέστερη αγιογραφία. Κατά τον τρόπο άλλωστε αυτόν βρίσκουμε την εικόνα του και σε τοιχογραφία του 18ου ακόμη αιώνα, όπως η απεικόνισή του από το 1779, στο παρεκκλήσι τού Αγ. Δημητρίου της αγιορειτικής Μονής Χιλανταρίου. Αλλά με ανθρώπινη μορφή τον περιγράφει κατά τον 18ο αιώνα και ο Διονύσιος στη γνωστή Ερμηνεία των ζωγράφων, καθώς και μία από τις πηγές της. Είναι δε περίεργο ότι ο Διονύσιος στην ερμηνεία του δεν κάνει κανένα λόγο περί του Χριστοφόρου κυνοκεφάλου, αν και τέτοιες εικόνες υπήρχαν κατά την εποχή του στο Άγιο Όρος, όπως η τοιχογραφία από το 1747 στο Καθολικό της Μονής Καρακάλλου που αναφέρει, όπως είδαμε, ο Strzygowski, καθώς και η τοιχογραφία της Λαύρας, ίσως σε κάποιο παρεκκλήσιο, την οποία είδε ο Didron με ασβεστωμένο το κεφάλι τού σκύλου[26].
Χωρίς βέβαια αμφιβολία τέτοιες μεταγενέστερες παραστάσεις του Χριστοφόρου κυνοκεφάλου θα υπήρχαν και άλλες στον Άθω, για τις οποίες λίγο αργότερα θα ψέξει ο Νικόδημος ο Αγιορείτης «μερικούς αμαθείς αγιογράφους».
Το ότι τέλος ο Διονύσιος περιγράφει τον Χριστοφόρο ως «νέον αγένειον» πρέπει ίσως ν’ αποδοθεί και στο γεγονός, ότι είχε υπ’ όψιν του ασφαλώς την τοιχογραφία του Πρωτάτου, η διακόσμηση τού οποίου από τον Πανσέληνο ήταν γι΄ αυτόν η μόνη πολύτιμη πηγή και ο μόνος δάσκαλος, όπως ο ίδιος διακηρύσσει στο βιβλίο του.
Από τη γινόμενη ανασκόπηση της μορφής του Αγίου Χριστοφόρου στα μνημεία, αλλά και στις περιγραφές των σχετικών κειμένων, προκύπτει το πολύ, σαφές συμπέρασμα, ότι η Ορθόδοξη εικονογραφία και κατά τους βυζαντινούς χρόνους και μετά την Άλωση ουδέποτε τον απεικόνισε με κεφάλι σκύλου. Μόνο περί τα τέλη ίσως του 17ου και κατά τον 18ο αιώνα εμφανίζεται ο τύπος του κυνοκεφάλου Αγίου.

ΚΥΝΟ-ΒΙΑΡΧΗΣ (ΑΓΙΟΣ)
Διαπιστώνετε ότι κοντά στον σκυλοκέφαλο άγιο υπάρχει δεύτερος άγιος, με δυσανάγνωστο όνομα αλλά με ευανάγνωστο τον τίτλο του «ΚΥΝΟ-ΒΙΑΡΧΗ». Η παράδοση στο Αντρώνι λέει ότι ήταν κάποιο κοινόβιο (κυνό-βιο) ή σκυλοτροφείο που έθρεφαν σκύλους κυνηγούς ή τσοπανόσκυλα, αγαπημένα ζώα των κατοίκων.






Βλέπε:
http://www.pronews.gr/thriskeia/vioi-agion/576130_idoy-giati-o-agios-hristoforos-apeikonizetai-me-kefali-skyloy







Προσευχή προς τον Άγιο Χριστόφορο Προστάτη των οδηγών

γιε Μεγαλομάρτυς το Θεο Χριστοφόρε πολύαθλε, πρν κρατήσω σήμερα τ τιμόνι στ χέρια μου, Σ κετεύω· μ τ Μαρτυρική σου παρρησία πρς τν Χριστό, βοήθησε με ν διέλθω βλαβς λους τους κίνδυνους τς σφάλτου, χοντας Σε δίπλα μου ρωγ κα Προστάτη μου. Κράτησε μαζί μου στιβαρ τ τιμόνι κα φώτιζε με ν δηγ ψύχραιμα, συνετά, πειθαρχημένα, ερηνικ εγενικ κα μ πλήρη συναίσθηση τς δηγητικς εθύνης. Δσε μου μάτια προσεκτικ κα παγρύπνηση νύστακτη, στε καμία νέργειά μου ν μν πειλήσει τν ζω τν γεία τν λλων. λλ κα π τς προσεξίες τν λλων ατοκινητιστν προστάτευσέ με, γιε Προστάτα τν (πικαλουμένων Σ μ πίστη) δηγν.



Η μνήμη του τιμάται στις 9 Μαΐου από την Ορθόδοξη Εκκλησία και στις 25 Ιουλίου από την Καθολική. Θεωρείται επίσης άγιος από την Λουθηρανική και την Αγγλικανική εκκλησία.