Σάββατο, 23 Ιουλίου 2016

«ο ευνούχος επιβήτωρ»



 Foto:Priapus




Τρία ποιήματα από την ενότητα «ο ευνούχος επιβήτωρ»
«Ηθικές αναλγησίες» (υπό έκδοση)




Ο ΜΠΛΕ ΕΠΙΒΗΤΟΡΑΣ

Ολιγοφρενής νάνος έκλεψε στολή γίγαντα
και αναρριχήθηκε σε κλώνους συκομορέας.
Υψώθηκε λίγο από την γη και κατονόμασε εαυτόν ιππέα,
χρίζοντας με ένα πέταλο, την ρίζα ενός δένδρου.
Το τυχαίο εύρημα,
δημιούργησε νοητικό κενό
από την απουσία τριών πετάλων
και του αδάμαστου αλόγου
με το όνομα επιβήτωρ.









Ο ΤΡΟΧΟΣ ΤΗΣ ΤΥΧΗΣ




Σε αυτή την παρτίδα
έχασα το τελευταίο φλογεροκάλαμό μου.
Στην τελευταία,
θα παίξω το αληθινά πολύτιμό μου.
Το θεριό που κατοικεί στο παντελόνι μου.
Το κρίνος των κεραυνών και των οραμάτων.
Γελοίος πια,
με δυο πόδια άδεια,
θα θυσιάσω μαζί,
τις αναμνήσεις
και όλες τις ηρωικές στιγμές μας,
Πεσκέσι,
στον βασιλιά του τζόγου
που παίρνει,
τα ατόλμητα.
Σκέφτομαι όμως                                                                                         
πως ετούτη την ώρα
δεν υπάρχει νομισματοκοπείο
να λαξέψει την νεκρή παρτίδα.












Μας έμαθαν να γυρίζουμε και το άλλο μάγουλο,
μας καταδιώκουν χωρίς σταματημό κανένα,
και τρέχουμε-τρέχουμε χωρίς άλογα ξυπόλητοι αναβάτες
σάμπως θα γινόμασταν συνένοχοι στο βιασμό μας,
και αυτό που μένει μόνιμα είναι μια σβουριχτή σφαλιάρα
και μια ξεπουπουλιασμένη αγιοσύνη που πνίγεται μέσα στα άδεια σκέλη.