Τετάρτη, 13 Ιουλίου 2016

Ένα συνηθισμένο πρωινό






Μια όμορφη Τετάρτη ξημερώνει με λίγο αεράκι, αυτό το ποθητό το ελάχιστο στα μέσα του Ιούλη, που σε κάνει να νοιώθεις, ότι και τα φυτά στις γλάστρες σου και αυτό το χώμα το στεγνό μαζί σου ψιθυρίζουν:
- τι ωραία αυτή η χώρα, γράφει μόνη της αισιοδοξία και από την άλλη ο Μεγαλέξανδρος δεν πέθανε είναι εδώ και εκπέμπουνε ελπίδα.
Νάτανε εδώ και η μάνα να μας ρίξει λίγο σανό μπας και η αλογίσια όψη μας γίνει ξανά περήφανη…
Ακούς βρε μουλαροκέφαλε, ως πότε θα τραβάμε τις χαίτες μας και από το πολύ το τράβηγμα θα γινόμαστε από δυο χωριά χωριάτες…πρωί-πρωί και λέω λόγια άσκοπα για να περνάει η ώρα και δεν ακούς σε απόσταση αναπνοής από το μπαλκόνι μου, δύο ώρες μόλις πριν από τις ειδήσεις που ο ουρανός θα πέσει πάνω μας και πάλι κατακέφαλα.
«Και δεν ήταν τόσο ο σπαρμένος θάνατος
στο πεδίο της μάχης που πλήγωνε,
όσο, τα άθαφτα σώματα των πεσόντων,
πράξη λιγοψυχίας και τόσο αντιηρωική
που κανένας ποιητής, ποτέ,

δεν θα υμνούσε τούτη τη μάχη»