Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016

Ο ΑΛΑΛΟΣ ΕΡΩΤΑΣ





Σε αυτό το σενάριο μου κύριε σκηνοθέτη, δίνω μια ιδέα, αρκετά αποδεικτική και αρκετά αστεία ως τρομακτική για το τι θα μπορούσε να είναι η αληθινή αγάπη. Αληθινά όμως χωρίς όρια. Ένας έφηβος που διατηρεί με την οικογένειά του μόνο καθαρά λειτουργικές σχέσεις αλλάζει με τη μυστήρια συμπεριφορά του όλη την κατάσταση. Όταν κάποια στιγμή, εντελώς τυχαία συναντά στο λεωφορείο μια κοπέλα, ολόκληρος ο μικρός βαρετός κόσμος του αλλάζει. Στη συνάντηση αυτή αντιδρά για πρώτη φορά με απόλυτα ενστικτώδικο τρόπο. Κατεβαίνει στην στάση μαζί της και την ακολουθεί σε μικρή απόσταση μέχρι το σπίτι της χωρίς να γνωρίζει ακριβώς το επόμενο βήμα. Την βραδιά που ακολούθησε δεν έκλεισε μάτι, κάνοντας σχέδια πώς να την πλησιάσει.
Οι επόμενες μέρες κύλησαν με τον ίδιο τρόπο. Λεωφορείο και συνοδεία λίγα βήματα πίσω της, μέχρι το σπίτι της. Μάλιστα την Τρίτη μέρα ήταν σίγουρος ότι του χαμογέλασε αμυδρά, λίγο πριν χαθεί πίσω από την πόρτα της. Η τέταρτη μέρα όμως ήταν αυτή που θα του άλλαζε τη ζωή. Όχι, δεν μιλήσανε. Άλλωστε ποτέ δεν θα μιλούσανε στην κυριολεξία. Την τέταρτη μέρα λοιπόν έγινε το απροσδόκητο. Ανέβηκε στο λεωφορείο με μια φίλη της. Ως εδώ όλα καλά, δεν ήταν άλλωστε φίλος της για να ανησυχήσει. Η μοίρα που τον έκανε να ερωτευθεί πρώτη φορά του αποκάλυψε το παιχνίδι της ή μάλλον την δοκιμασία του. Η κοπέλα των ονείρων του ήταν κωφάλαλη. Την νοηματική γλώσσα που είχε δει στο τέλος των τηλεοπτικών ειδήσεων, έβλεπε τώρα μπροστά του να χρησιμοποιεί η κοπέλα των ονείρων του με την φίλη της. Από την αμηχανία του μάλιστα δεν κατέβηκε στην στάση και δεν την ακολούθησε μέχρι το παλάτι της. Αυτό το βράδι ήταν το πιο μεγάλο βράδι της ζωής του. Δεκάδες σενάρια ξεπηδούσαν μέσα από το μυαλό του, στην αρχή όλα πολύπλοκα και δίχως λύσεις, ώσπου-όπως άλλωστε συμβαίνει στους αληθινά ερωτευμένους-όλα φωτίστηκαν αίφνης.
-Φίλε μου-του είπε η φωνή από βαθιά μέσα του-έτσι και αλλιώς αν τις μιλούσες θα έλεγες βλακείες. Εστίασε στο θετικό, μόνο σε αυτό. Τι ποιο ωραίο να επικοινωνήσεις μαζί της στην γλώσσα της; Αυτό ήταν! Θα έπαιρνε χρόνο βέβαια, αλλά ήταν πραγματικά ερωτευμένος. Την επόμενη μέρα άρχισε την αναζήτηση, την έρευνα που θα του έδινε την λύση για να την πλησιάσει. Ξεκίνησε έτσι, από την αρχή. Από την αρχαία γραμματεία ώστε οι βάσεις του να είναι γερές. Τη χρησιμότητα της νοηματικής γλώσσας για τη διευκόλυνση της επικοινωνίας των κωφών, ανακάλυψε στον  Σωκράτη, στο διάλογό του με τον Ερμογένη στους Πλατωνικούς διαλόγους και συγκεκριμένα στο έργο του "Κρατύλος». Εάν δεν είχαμεν φωνήν ουδέ γλώσσαν και όμως ηθέλαμεν να εκφράσωμεν μεταξύ μας τα πράγματα άραγε δεν θα εδοκιμάζαμεν, καθώς τόρα οι κωφάλαλοι, να εκφρασθώμεν με τας χείρας και με την κεφαλήν και με το άλλο σώμα;»
Από εκεί και πέρα γέμισε με δεκάδες πληροφορίες τις σημειώσεις του για την «κωφαλαλία» και τελικά επέλεξε το καλύτερο βιβλίο της ελληνικής νοηματικής γλώσσας στο οποίο ανακάλυψε ότι είναι μια πλήρης γλώσσα, η οποία χρησιμοποιεί τα ίδια είδη γραμματικού μηχανισμού που υπάρχουν και στην προφορική γλώσσα.                                    
Ο παππούς του, ήταν ο πρώτος που κατάλαβε ότι κάτι είχε αλλάξει στην συμπεριφορά του. Τον παρατηρούσε να τρώει αμίλητος, βυθισμένος και απόμακρος και να διαβάζει απορροφημένος όλη τη μέρα το βιβλίο του. Όταν έχεις στόχους και αγαπάς ως ιερό κάτι, όσο δύσκολο και αν φαντάζει σίγουρα θα το πετύχεις. Η πρόοδος του, του έφερε χαρά  όταν άρχισε να καταλαβαίνει πλέον τις συζητήσεις της με την φίλη της ενώ τα δάχτυλά του, κρυμμένα μέσα στις τσέπες του συμμετείχαν και αυτά κρυφά στον διάλογο.
Ο παππούς όμως ανησυχούσε όλο και πιο πολύ και όταν παρατήρησε πως πλέον και την ομιλία είχε περιορίσει στα απαραίτητα, άρχισε να ψάχνει ώσπου έκπληκτος ανακάλυψε το βιβλίο της νοηματικής των κωφών. Στην αρχή πάγωσε στη σκέψη πως ο εγγονός του αντιμετώπιζε μόνος του ένα τόσο μεγάλο πρόβλημα υγείας. Άρχισε και αυτός λοιπόν να ψάχνει, να ερευνά και να μελετά. Αγόρασε και το ίδιο βιβλίο  και μελετούσε όλη την ημέρα και τη νύχτα, κρυφά και αυτός, ώστε τουλάχιστον με αυτόν τον τρόπο να μπορεί να επικοινωνεί με τον αγαπημένο του εγγονό όταν η ασθένεια του επιφέρει την αλαλία. Στην πορεία άρχισε την πρακτική εξάσκηση και με τη γυναίκα του η οποία ως γιαγιά που λάτρευε τον εγγονό της αφιερώθηκε και αυτή στο μυστικό διάβασμα.
Όταν πλέον είχε φτάσει στις τελευταίες σελίδες, συνέβη αυτό που έπρεπε να συμβεί μέσα στο λεωφορείο. Από  ένα απότομο φρενάρισμα έπεσε η τσάντα της και χωρίς δεύτερη σκέψη την έπιασε και της την έδωσε. Η κοπέλα χαμογέλασε και με τα δάκτυλά της σχημάτισε ένα «ευχαριστώ», που αμέσως το ανταπόδωσαν τα δικά του δάχτυλα με ένα «παρακαλώ».  Από εκεί και πέρα, χωρίς λόγια και άλλα περιττά γίνανε αχώριστοι. Την ημέρα των γενεθλίων του την κάλεσε για πρώτη φορά στο σπίτι του. Μόνο αυτή. Στους φίλους του δεν θα έλεγε τίποτα, γιατί φοβόταν ότι θα κάνανε καμιά γκάφα. Θα τους κερνούσε άλλωστε καμιά μπύρα στο μουσικό στέκι τους.
Στο οικογενειακό τραπέζι δίπλα στην θέση του είχε προστεθεί η  καρέκλα της και όπως ήταν το έθιμο όλα ήταν στην εντέλεια. Οι γονείς του μάλιστα με έκπληξη στην αρχή αλλά με μεγάλη χαρά μετά, συμφώνησαν και του έδειξαν πως του έχουν εμπιστοσύνη για την επιλογή του. Ο παππούς και η γιαγιά βέβαια ήταν τριπλά ικανοποιημένοι. Πρώτον, γιατί το εγγόνι τους δεν αντιμετώπιζε πρόβλημα υγείας, δεύτερον γιατί ανακάλυψαν ότι έχει μεγάλη και χωρίς όρια καρδιά και τρίτον γιατί έμαθαν και θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν την νοηματική γλώσσα κάνοντας και την πιο ωραία γενέθλια έκπληξη στον αγαπημένο τους.

Σε αυτό το οικογενειακό τραπέζι, την γενέθλια ετούτη ημέρα όλα ήταν υπέροχα και όλα ήταν μέσα στην ευτυχία που αν και βουβή, έλαμψε μαζί με τα κεράκια της τούρτας μέσα στην πιο αληθινή επαφή αγάπης.