Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

ΕΛΕΝΗ








ΧΡΟΝΙΚΟ

Όταν υπήρξα πολέμαρχος
Για μια Ελένη
Μούπε: «Σε βλέπω στον Όμηρο»
Όταν έγινα Ομηρικός  Θεός
Μούπε:  «πάρε τον πηλό»
Όταν έγινα τελικά τέρας
Μουπε: «τώρα είμαστε ένα»
Και έτσι τελείωσε η μάχη
Για μια Ελένη που έπλασα με πηλό
Θεομαχώντας
Και τελικά κατασπάραξα ολόκληρη
Τα κόκκαλά της γλύφοντας ηδονικά

 παρέα με το τέρας.













ΕΛΕΝΗ


Αλαβάστρινη πάλλονταν
κι ότι είχε με άγγιζε
Ώσπου κάποια μέρα ηλιαχτίδα ήρθε στη ζωή μου.
Μούπε : «δεν είσαι ο Δούρειος ίππος μου»
Έγειρα στα ερείπια της Τροίας
αποκαμωμένος από την τόση προσμονή
υπόγραψα την απρόσμενη απόρριψη
και βγήκα από το ξύλινο κουφάρι.

-Ελένη, Ελένη αλαβάστρινη,
ότι στο κάθε λίκνισμα κέρωνε τη μιλιά μου
σαΐτα και οχιά έχυσε στις φλέβες μου φαρμάκι
τόσες φουρτουνιασμένες θάλασσες η προσμονή
και όταν στην Τροία έφτασα
πόσα τα νεκροπούλια της απόρριψης,
φώλιαζαν στα μαλλιά σου.






































Τρίτη, 29 Δεκεμβρίου 2015

ΚΟΚΚΙΝΟ ΒΑΘΥ














Ένας ξυλοκόπος που κόβει με την ίδια επαναλαμβανόμενη ακρίβεια τη σάρκα ενός δένδρου έχει ως μόνιμη φροντίδα το τσεκούρι του να είναι αιχμηρό. Ένας χασάπης που κόβει μοσχάρια με τέλεια χάρη και ακρίβεια, με πλήρη ηρεμία και πλήρη συγκέντρωση, έχει και αυτός ως μόνιμη φροντίδα το μαχαίρι του να είναι αιχμηρό, όπως πάντα. Η δουλειά τους είναι τόσο τέλεια βυθισμένη μέσα στη σάρκα ώστε μου φαντάζει υπερφυσική και όταν ετοιμάζομαι να αναλάβω την επανάστασή μου φέρνω στο νου την άοκνη γαλήνη της. Μετά από αυτή την ταύτιση δεν ενδιαφέρομαι πλέον για την επίπτωση του πόνου, αναγεννάμε απλά μέσα στο δάσος και το ένστικτό μου στοχεύει τον σωστό ξυλοκόπο –χασάπη. Και όταν τον κόβω, ο χασάπης μέσα μου με το μαχαίρι το αιχμηρό παλεύει το κέντρο βάρους της ανθρωπιάς μου να τεμαχίσει παρέα με τις εύσαρκες ιδέες που από την γέννησή μου σπείρανε με πονηρία περισσή. Τότε είναι η στιγμή που η ηθική στομώνει και τα αίματα αναμιγνύονται στο πιο κόκκινο βαθύ, τότε εν ψυχρώ διχοτομώ της εργασίας μου τον εργοδότη, του δάσους όπου κατοικώ τον ανήλεο ξυλοκόπο.





video 





















Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

Ο ΣΩΤΗΡΑΣ ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ












Ένας φώναξε πως έβλεπε φως πάνω από το κεφάλι μου κι εγώ συγκατατέθηκα γιατί ήμουν πολύ ευγενικός για να διαφωνήσω. Για ποιο λόγο άλλωστε, φως ακίνδυνο ήτανε. Μια άλλη κυρία μετά από αυτή τη σιγή μου είπε πως ένοιωθε έναν άνεμο ζωοποιό να εκρέει από εμένα. Και πάλι συμφώνησα σε αυτή και την όποια άλλη  συγκατάθεση. Ύστερα για ένα διάστημα, τίποτα. Τελικά ένοιωσα πως ήταν η σειρά μου και φώναξα πως πράγματι είμαι  πιο φωτεινός. Αυτό συνάντησε την χαρούμενη συμφωνία τους και μάλιστα ένας έφτασε στο σημείο να χειροκροτήσει  τα όμορφα φώτα που έπαιζαν γύρω μου. Ύστερα υπέβαλα πως έχω εκροή ανέμου. Όλοι οι παριστάμενοι αλλά και όσοι το έμαθαν δια οχλαγωγίας χειροκρότησαν έκθαμβοι. Αργότερα μια τρομπέτα ακούστηκε στον αέρα σαν από θαύμα να εξέρχεται  από το κλειστό στόμα μου και ο λεπτός αέρας αναγνωρίστηκε ως μουσικός ελπιδοφόρος φωτοδότης. Όλοι πλέον ήταν βέβαιοι πως η φωνή μου θα έδινε οριστικές λύσεις – εκτός φυσικά από μένα- γιατί για μένα δεν υπήρχε η παραμικρή αμφιβολία ότι εγώ δεν είμαι το θαύμα. Αυτό τελικά  που κέρδισα από αυτή του πλήθους την ευπιστία ήταν πως είμαι κατάλληλος για πεφωτισμένος κυβερνήτης. Και έτσι έγινα του πλήθους η προσποίηση για σωτηρία. Μετά την σαρωτική εκλογή μου τα βράδια με περίσκεψη έγραφα στο κρεβάτι τους νόμους αν και το χέρι μου έμπαινε ανάμεσα στο φως, τον αέρα μου και το χαρτί προκαλώντας μια σκιά που κούραζε τα μάτια. Αυτό το υπερβολικό φως που εξέπεμπα όλο και πιο πολύ τελικά με έκανε να παραπατώ κατεβαίνοντας τη σκάλα εξαιτίας της άθλιας κατάστασης των βασιλικών παντουφλών μου. Όσο για το ίδιο το βασίλειό μου, ανακάλυψα πως οι υπήκοοι είχαν δίκιο σε όλες τις λεπτομέρειες. Έτσι συνέχισα να παίζω με την ιδέα του σωτήρα με το φως και τον ελπιδοφόρο άνεμο που εξέπεμπα χωρίς καμία τύψη, όπως άλλωστε και προκάτοχοί μου φωτισμένοι και ανεμοφορείς κυβερνήτες. 


























Ο ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΣΦΙΚΤΗΡΑΣ





Μια από τις παράξενες ιδιότητες που γέννησε η εποχή σπάζοντας το κοινωνικό συμβόλαιο και το φράγμα του παρά-λόγου  είναι η καμία πιθανότητα πειστικής λογικής  βάσης.  Μερικά ακρωτηριασμένα σύμβολα , ο νομοθέτης , ο δικαστής, ο δήμιος  τους και ιδιαίτερα η αισθητική αποχαύνωση του πλήθους επιβεβαιώνουν την πλαδαρότητα του κοινωνικού σφικτήρα σε αυτή την περιοχή του πλανήτη όπως βέβαια και σε πολλές άλλες.
 Μια μικροφωτογραφική μέθοδος ανάλυσης όμως, όπως μιας  υπερρεαλιστικής  γραφής με όλες τις νοητικές σοβαρές και σαρκαστικές αποκλίσεις της είναι βέβαια πάντα μια ζωηρή εσωτερική συμμετοχή σε αυτή την καθώς πρέπει τρέλα και αυτό συμβαίνει εδώ, τώρα. Έτσι, για την δήθεν αντικειμενικότητα μιας κοινωνικής ανάλυσης, πρέπει να εστιάσουμε  και στην ύπαρξη  των  πολιτών-πειραματιστών, που όπως καταγράφουν οι κρατικές πληθυσμογραφικές συσκευές είναι πάντα επικίνδυνοι για την λειτουργία του κοινωνικού σφικτήρα. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν  και οι πρώην επαναστάτες που οι εργαστηριακές μεταλλάξεις στο πεδίο της διατροφής και των παραβιολογικών φαινομένων ανάπτυξης του όντος,  μετέτρεψαν σε απλούς φωνακλάδες πειραματιστές των  ανακλαστικών της θεσμοθετημένης βίας.
Ένας ψυχοσκοπιστής βέβαια, των εξωαισθητικών εντυπώσεων και της κάθε μορφής αντίδρασης θα τους σύγκρινε κάτω από εργαστηριακές συνθήκες με ποντίκια για την εκ του αντιθέτου απόδειξη.







 Όπως στο μυστικό πείραμα .όπου τα ποντίκια βρίσκονται σε ένα κλουβί χωρισμένο σε δύο μέρη και με πατώματα από σύρμα έτσι και αυτοί οι πολίτες-πειραματιστές. Συγκεκριμένα , τα ποντίκια με έναν διανομέα και μια γεννήτρια δέχονται  ηλεκτροσόκ στο ένα μέρος του κλουβιού. Η ακολουθία με την οποία διαβιβάζεται ρεύμα στα μέρη του κλουβιού είναι  προμελετημένη όπως προμελετημένη είναι και η επίμονη πίεση στα διάφορα μέρη του κοινωνικού ιστού.
Η διαφορά είναι ότι ενώ τα ποντίκια δείχνουν μια ελάχιστη αλλά στατιστικά σημαντική τάση να ξεφεύγουν από το επικίνδυνο μέρος του κλουβιού και να ζητάνε καταφύγιο στο άλλο, οι πολίτες τρώνε το ηλεκτροσόκ σε όποια μεριά και να πάνε. Έτσι αρθρώνουν κραυγές, ύβρεις και κατακαμένοι συνεχίζουν στα χαμένα το πέρα-δώθε.
Από την άλλη,  όσοι αρθρώνουν  κριτικό λόγο, οι ειδήμονες διαστρεβλώνοντας τις θεωρίες τους για αγάπη αξιοκρατία και ισότητα, με την βοήθεια πληθώρας ψευδομαρτύρων τους οδηγούν στην αγχόνη της γνωστής τηλεματικής πλατείας. Πάντα βέβαια υπάρχουν απρόοπτα αλλά οι αναλογίες τους με την πραγματικότητα είναι μια  στα χίλια ή απλά λανθασμένες αισιόδοξες εκτιμήσεις.  ‘Όπως για παράδειγμα,   μια μέρα που  ένας δήμιος αρνήθηκε να ακρωτηριάσει και χάιδεψε απαλά τον  πολίτη-πειραματιστή που υποθέτουμε ότι ήταν γυναίκα.  Το πλήθος κατάπληκτο για αυτή την ασυνήθιστη συμπεριφορά εξερράγη και όλοι όσοι βρίσκονταν στο τόπο αυτό της γνωστής πλατείας των εκτελέσεων, τραυματίστηκαν. Ο δήμιος όμως, είχε ολοφάνερα προβλέψει το κακό και με εκλεπτυσμένες κινήσεις εξαφανίστηκε στο βάθος του δρόμου προς τα σύνορα, αγκαλιά με το υποψήφιο θύμα. 

Κατά την πρώτη ερωτική τους νύχτα μάλιστα,  ούρησε κατά την συνουσία ανεπαίσθητα μεν αλλά αρκετά  για να εξελιχθεί σε βροχόπτωση κατά την διάρκεια του ονείρου και αυτό υπήρξε αρκετό για να πλημμυρίσει η σοβαρή πολιτεία. Γι αυτό και όλοι σήμερα καλού-κακού κρατάνε ομπρέλες και ας είναι ηλιόλουστος πάντα αυτός  ο τόπος. 

Πάντως πρέπει να συμφωνήσουμε ότι και  χωρίς αυτό το υπερρεαλιστικό σατυρικό μοτίβο χλευασμού της πραγματικότητας, είναι ολοφάνερη η παράνοια αυτής της περιοχής του πλανήτη που μεγεθύνεται ακατάπαυστα και είναι πλέον γεγονός αναπότρεπτο η πλαδαρότητα του κοινωνικού σφικτήρα της.








video































Στέαρ-Ανδρέας Εμπειρίκος







































                                Στον Nίκο Eγγονόπουλο

H πλάστιγξ κλίνει εκεί που προτιμάμε

Kατά την ερμηνεία που της δίνουμε 

Kάθε φορά που επιτυγχάνουμε στα ζάρια.
Kαι ιδού που επιτυγχάνουμε και πάλι

Aφού τα ζάρια πέσαν στην κοιλιά μιας γυναικός
Mιας γυναικός γυμνής και κοιμωμένης
Kατόπιν κολυμβήσεως στην άμμο.

Aυτή η γυναίκα καθώς λεν οι θρύλοι

Eίχε το θάρρος να περάση μοναχή της
Γυμνή με στέαρ των κολυμβητών στο σώμα
Mια θάλασσα πλατειά και φουσκωμένη
Aπό τους στεναγμούς του γλυκασμού πολλών αγγέλων


(από την Eνδοχώρα, Άγρα 1980) 




















Ο Ανδρέας Εμπειρίκος (δεξιά)
 με τους Ντιέγκο Ριβέρα, Αντρέ Μπρετόν και Λέων Τρότσκι