Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2016

Τρείς ιστορίες Bonsai του Θανάση Πάνου










ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ

γη γέμισε ζιζάνια Ανθρώπων άλογες σπορές. Από το σώμα της έβγαιναν Ζιζάνια  πού μεγάλωναν όλα μαζί, γύρω-γύρω από τους ανθρώπους να χορεύουν με ανοικτή την αγκαλιά πιασμένα χέρι-χέρι και το κλάμα του γέροντα πού αυτές τίς μέρες είχε γεννηθεί να ποτίζει ποταμός το διψασμένο χώμα με χέρια ματωμένα από το ξεχορτάριασμα. Το χώμα έκλαιγε, ο γέροντας έκλαιγε-έκλαιγε και η παράνοια εκεί να μεγαλώνει, αχόρταγη να πίνει δάκρυα. Ύστερα στέρεψαν κι αυτά και τα ζιζάνια εκεί τον χαβά τους Καλικάντζαροι δωδεκάμηνης θητείας να πριονίζουν και να πριονίζουν σφυρίζοντας μες την αγκαλιά μας που ήταν το δένδρο.







Για την σωτηρία της Χώρας
με φωτοβολίδες  καλούσαν τους  κυνηγούς
μα δεν ήξεραν ότι τους ήθελαν στιφάδο









ΟΙ ΑΝΤΙΦΡΟΝΟΥΝΤΕΣ



Και όπως τρωγοπίνανε στα μυστικά μα εξόχως βασιλικά οι δύο γειτόνοι βασιλείς που ήταν ως είναι φυσικό σε αέναη διαμάχη, ακούστηκε κάπου απροσδιόριστα βαθιά, ύποπτος κρότος σαν ένα Μπαμ.
-Από την δικιά σου την πλευρά;  ρώτησε ο από δυσμάς μπουκωμένος  βασιλιάς.
-Λες; ή μήπως είναι Μπαμ από την δικιά σου την πλευρά; απάντησε ο από ανατολάς μπουκωμένος βασιλιάς.
Καλού–κακού ας κάνουμε έναν πόλεμο καινούργιο να στείλουμε στα σύνορα να φαγωθούν και των δυονων μας οι αντιφρονούντες.
 Και έτσι έγινε φυσικά.









ΤΟ ΠΙΑΝΟ ΤΟΥ ΠΟΣΕΙΔΩΝΑ




Μήτε κρύο μήτε ζέστη… ανάθεμα σκουριάς στα σπλάχνα
σπαράζει η ανοιχτή θάλασσα η πιο όμορφη γυμνή…
Στη τελευταία κατάδυση, ερωτοκυλίθηκα στον πυθμένα ημίνεκρος και κατέληξα στο σκαμπό ενός υδάτινου πιάνου, ακούγοντας μια άηχη μουσική. Ο Ποσειδώνας, είναι τελικά αλήθεια, έχει ένα πιάνο στο βυθό, καλώντας τα καραβάνια των ναυαγών να δραπετεύσουν σε «χαμένους χρόνους και διπλά επίπεδα» στο υδάτινο νησί του. Οι δυνατές άηχες νότες, ζωντάνευαν το αβέβαιο και ταξίδευαν δια πυθμένος και ύδατος θαλασσινού, σαν τρελές πυγολαμπίδες, στο απέραντο του επέκεινα, του πέρα και πάνω από την ζωή. Από όλα τα βάθη και τις αβύσσους ξύπνησαν οι χαμένοι χρόνοι, τα ναυάγια της ιστορίας και οι ναυτικοί και οι δύτες οι κατατρεγμένοι από Ερινύες, όλοι αυτοί οι τακτικοί πελάτες της θάλασσας, οι πάντα μεθυσμένοι από αλάτι, ρούμι και περιπέτειες.
Εδώ αρχίζει και η τελευταία πράξη που σου αναφέρω.
Μου πρόσφεραν από το κρασοπότηρο του Ποσειδώνα μια νέα γεύση σαν από σώμα ερωτικών Αμαζόνων. Στα χείλη μου μέστωσε η άπιαστη αλμυρή ομορφιά που το μεθύσι της έδωσε ήχο στις νότες που ξεπηδούσαν από τα χέρια του Μονόφθαλμου, πάνω στο υδάτινο πιάνο. Άναψα τον φακό μου και με ένα όστρακο χάραξα στη πλάτη του τα τελευταία λόγια:
«Είμαστε ψάρια δίποδα
Σε τούτο τον επίγειο βυθό»

Χάραξα τους στίχους του αγαπημένου μου ποιητή Αργύρη Χιόνη.