Τρίτη, 16 Αυγούστου 2016

Γιατί στην Πελοπόννησο οι αρχαίο ναοί είναι ελάχιστοι;




“Αλλά να, 
η Μαντινεία, η Στυμφαλία, 
η Τεγέα και ιδιαίτερα η Νεμέα 
και η Ολυμπία 
αξίζουν την εκ βάθους εκθεμελίωση.”





Στυμφαλία




Που είναι τα αρχαία μνημεία μας;
Γιατί στην Πελοπόννησο οι αρχαίο ναοί είναι ελάχιστοι;
Γιατί στην Σπάρτη δεν ευρέθησαν ναοί;


Δεν αναρωτηθήκατε ποτέ γιατί δεν έχει μείνει κάποιο αρχαιολογικό εύρημα στην Σπάρτη;
Δεν είχε ναούς Σπάρτη; Αγάλματα; Μνημεία;





Είχε…«φροντίσει» ένας  Αβάς να τα εξαφανίσει, διαλύοντας τα πάντα.
Αβάς Μισέλ Φουρμόντ, απεσταλμένος τού Λουδοβίκου ΙΕ’, ώστε ν συλλέξει βυζαντινά χειρόγραφα, τ 1729, έφθασε στην Σπάρτη.
Χρειάστηκε 53 ημέρες γι ν καταστρέψει τα πάντα!

Στις 20 Απριλίου 1730, ο Fourmont γράφοντας στον πρεσβευτή της Γαλλίας στην Κωνσταντινούπολη Βιλλενεβέ, δικαιολογεί τους βανδαλισμούς του στην Σπάρτη και γενικά την Πελοπόννησο σαν εκδίκηση, από την κακή απέναντί του συμπεριφορά των Μανιατών:


Ακολουθεί επιστολή του πρς τον κόμητα Maurepas…




“επί 30 μέρες και πλέον 30, 40 και 60 εργάτες εκθεμελιώνουν, καταστρέφουν, εξαφανίζουν την πόλη της Σπάρτης. Μου υπολείπονται 4 μονό πύργοι να καταστρέψω...Προς το παρόν ασχολούμαι με την καταστροφή των τελευταίων αρχαιοτήτων της Σπάρτης. Καταλαβαίνετε (αποτείνεται στο Maurepas) τι χαρά δοκιμάζω(!).
Αλλά να η Μαντινεία, η Στυμφαλία, η Τεγέα και ιδιαίτερα η Νεμέα και η Ολυμπία αξίζουν την εκ βάθους εκθεμελίωση.
Έκανα πολλές πορείες αναζητώντας αρχαίες πόλεις αυτής της χωράς και έχω καταστρέψει μερικές. Ανάμεσα τους την Τροιζηνα, την Ερμιόνη, την Τίρυνθα (tyrins στο χειρόγραφο αντί tiryns), τη μισή ακρόπολη του Άργους, τη Φλιασιά, το φενέο… Εισέδυσα στη Μάνη. Εδώ και έξι εβδομάδες ασχολούμαι με την ολοκληρωτική καταστροφή της Σπάρτης! Γκρεμίζοντας τα τείχη, τους ναούς της, μην αφήνοντας πέτρα στην πέτρα θα κάνω και την τοποθεσία της άγνωστη στο μέλλον, για να την ξανακάνω εγώ γνωστή.
Έτσι θα δοξάσω το ταξίδι μου. Δεν είναι αυτό κάτι;”.
Και πιο κάτω:
“η Σπάρτη είναι η πέμπτη πόλη που κατέσκαψα.
Δεν θέλω να αφήσω λίθο επί λίθου.
Δεν ξέρω αν υπάρχει στον κόσμο πράγμα ικανό να δοξάσει μια αποστολή περισσότερο από του να σκορπίσεις στους ανέμους τη στάχτη του Αγησιλάου, από το ανακαλύψεις τα ονόματα των εφόρων, των γυμνασιαρχών, αγορανόμων, φιλοσόφων, γιατρών, ποιητών, ρητόρων, διάσημων γυναικών, ψηφίσματα της Γερουσίας, τους νόμους του Λυκούργου.
Ασχολούμαι τώρα με την καταστροφή των βαθύτερων θεμελίων του ναού του Αμυκλαίου Απόλλωνα.
Θα κατέστρεφα και άλλους αρχαίους τόπους το ίδιο εύκολα, αν με άφηναν.
Τον πύργο τον γκρέμισα ολοκληρωτικά.”
Για την Τροιζήνα αναφέρει: “γκρέμισα ότι απέμεινε από τα οχυρά και τους ναούς της.”.
Και με απίστευτη αφέλεια ομολογεί: “από τους περιηγητές που προηγήθηκαν δεν θυμάμαι να τόλμησε κανείς να κατεδαφίσει πύργους και άλλα μεγάλα κτίρια!
Εγώ δεν μοιάζω με αυτούς που τρέχουν από πόλη σε πόλη για ιδούν.
Πρέπει να παίρνω χρήσιμα πράγματα”.

Και πώς δικαιολογείται;
Στις 20 Απριλίου 1730, ο Fourmont γράφοντας στον πρεσβευτή της Γαλλίας στην Κωνσταντινούπολη Βιλλενεβέ, δικαιολογεί τους βανδαλισμούς του στην Σπάρτη σαν εκδίκηση, από την κακή απέναντί του συμπεριφορά των Μανιατών:
” Βρίσκομαι σε έναν φοβερό τόπο, στην περίφημη Μάνη.
Κακός λαός και είμαι ευτυχής που γλίτωσα.
Έφυγα από την βάρβαρη πατρίδα τους χωρίς να αποκομίσω τίποτα αξιόλογο, τίποτα για να βγουν τουλάχιστον τα έξοδά μου.
Για να ξεσπάσω, για να εκδικηθώ αυτό το σκυλολόι, ρίχτηκα πάνω στην αρχαία Σπάρτη.
Δεν ήθελα να μείνει τίποτα από την πόλη που έκτισαν οι πρόγονοί τους.
Την έσβησα, την ανασκάλεψα, την ξεθεμελίωσα, δεν έμεινε λίθος επί λίθου”,
και συνεχίζει:
”Την ισοπέδωσα λοιπόν με κάθε επισημότητα.







Και αυτό προκάλεσε το θαυμασμό των Τούρκων, ενώ οι Έλληνες λύσσαξαν και οι Εβραίοι έμειναν κατάπληκτοι.
Είμαι ήσυχος, πολύ περισσότερο γιατί απόκτησα από το ταξίδι μου πράγματα ικανά να βοηθήσουν και να θαμπώσουν όλους τους σοφούς”.
Όλα τα ημερολόγια, χειρόγραφα και επιγραφές βρίσκονται στην Βασιλική Βιβλιοθήκη στο Παρίσι. Τέτοια Ανθελληνικά καθιζήματα λυμαίνονται τον πλανήτη έως και σήμερα.
Διότι ο Ελληνισμός είναι μια οικουμενική έννοια, δεν συνορεύει με κανέναν και δεν φυλακίζεται από κανέναν.
Ο Ελληνισμός προωθεί την βελτίωση του ανθρώπου μέσω του πολιτισμού, της Γλώσσας, της Κριτικής σκέψης, της Δημοκρατίας.


Πηγή http://manivoice.gr/content/%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CF%84%CE%AF-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CF%83%CF%80%CE%AC%CF%81%CF%84%CE%B7-%CE%B4%CE%B5%CE%BD %CE%B5%E1%BD%91%CF%81%CE%AD%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B1%CE%BD-%CE%BD%CE%B1%CE%BF%CE%AF














ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ:

 Οι Σπαρτιάτες ΔΕΝ έριχναν τα παιδιά τους στον Καιάδα








'Όλοι ξέρουμε ότι ο Καιάδας στην αρχαία Σπάρτη ήταν ο τόπος που έριχναν οι Σπαρτιάτες όλα τα καχεκτικά παιδιά... Η αρχαιολογική σκαπάνη όμως παρά τις επίμονες προσπάθειες δεν έχει βρει οστά στον τόπο αυτό ώστε να πιστοποιεί ότι πράγματι οι Σπαρτιάτες ρίχνανε τα παιδιά τους εκεί. Εξ αλλού ξέρουμε τον Σπαρτιάτη βασιλιά Αγησίλαο πού ήταν εκ γενετής κουτσός. Πως τον άφησαν αυτόν να ζήσει; Στο "Λακαίνων αποφθέγματα" θα βρείτε ένα απόφθεγμα που λέει η Σπαρτιάτισσα μάνα στο κουτσό της παιδί:
"Σε κάθε βήμα σου να θυμάσαι την αρετή".
Αφού ήταν κουτσό δεν έπρεπε να το είχε ρίξει στον Καιάδα από μικρό; Γιατί να υπάρχει αυτή η φράση; Πράγματι εδώ υπάρχει ένα μυστήριο. Πολλοί ιστορικοί λένε ότι στον Καιάδα πετούσαν ποινικούς κρατουμένους και όχι τα καχεκτικά παιδιά.
Ήταν άραγε εγκληματίες οι Σπαρτιάτες;
Η Σπάρτη συνδύαζε τη μοναρχία (δύο Βασιλείς) την αριστοκρατία (Γερουσία) και την Άμεση Δημοκρατία (Απέλλα).
Στη Σπάρτη ο σκοπός της ανθρώπινης ζωής ήταν να ΥΠΕΡΑΣΠΙΖΟΝΤΑΙ την πατρίδα τους, να ΠΕΡΙΦΡΟΝΟΥΝ τον θάνατο, το χρήμα την πολυτέλεια και τα πολλά κι περιττά λόγια. Η ισορροπία που επικρατούσε ήταν γιατί οι Βασιλείς δεν ήταν απόλυτοι άρχοντες, οι 5 έφοροι δεν ήταν χούντα , η Γερουσία δεν ήταν αυλοκόλακες κι η Απέλλα δεν ήταν στάνη με πρόβατα ούτε όχλος.
Αναρωτιόνται λοιπόν πολλοί ιστορικοί πως ένας τέτοιος λαός σαν τους Σπαρτιάτες να είναι δυνατόν να είχαν ένα τέτοιο βάρβαρο θεσμό; Γενικά το ιστορικό παρελθόν δεν μπορούμε να το κρίνουμε με τα σημερινά δεδομένα. Οι είλωτες π.χ. ενώ ήταν πολύ περισσότεροι από τους Σπαρτιάτες, οι Σπαρτιάτες όμως εξακολουθούσαν και κατοικούσαν σε μια ατείχιστη πόλη.
Γιατί δεν τους επιτέθηκαν οι είλωτες; Μήπως γιατί κατείχαν εύφορα κομμάτια γης και μπορούσαν να ζήσουν με περισσότερη αξιοπρέπεια από τους δουλοπάροικους των χριστιανικών χρόνων;

ΠηγήAthens Magazine










ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ,
Ο ΜΕΓΑΣ ΝΟΜΟΘΕΤΗΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΣΠΑΡΤΗΣ

Το μυστικό της Πολιτείας της Σπάρτης, ήταν η παιδεία που παρείχε στα τέκνα της. Όσο κρατήθηκε «ζωντανή» η Μεγάλη Ρήτρα του Λυκούργου και οι παραδόσεις της Σπάρτης, κανείς ξένος κατακτητής δεν κατάφερε να πατήσει το πόδι του στην Σπάρτη. Πάντοτε προκαλούσε την απορία αλλά και τον φθόνο των υπολοίπων, πως κατάφεραν αυτά τα πέντε πλινθόκτιστα χωριά (που αποτελούσαν την πόλη της Σπάρτης), τα οποία δεν περιβάλλονταν από προστατευτικό τείχος, η μοναδική πόλη όχι μόνο στον Ελληνικό κόσμο αλλά και στα πολιτισμένα έθνη της Μεσογείου και της Ασίας που δεν διέθετε έστω μια υποτυπώδη οχύρωση, να ηγούνται όλων για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Μόλις στα είκοσι του έτη ο νέος της Σπάρτης ήταν απόφοιτος της μοναδικής για την εποχή, Ακαδημίας του Πολέμου και γινόταν μέλος μιας από τις φοβερότερες πολεμικές μηχανές που υπήρξαν ποτέ, με παγκόσμια φήμη. Κύριος προσανατολισμός του Λυκούργου ήταν να δημιουργήσει καλούς και αγαθούς πολίτες, δηλαδή ανδρείους, καταδικάζοντας την μαλθακότητα και την πολυτέλεια, με τη λογική πως για να φθάσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα ο πολίτης, πρέπει να αφιερωθεί εξολοκλήρου στον τρόπο ζωής που ήθελε να εφαρμόσει για τους Σπαρτιάτες.








Η ΜΕΓΑΛΗ ΡΗΤΡΑ ΤΟΥ ΛΥΚΟΥΡΓΟΥ

Οι Δωριείς της Σπάρτης άρχισαν κυρίως να επεκτείνονται μετά την εποχή του Λυκούργου. Η Πολιτεία της Σπάρτης οφείλει πολλά από το ένδοξο μεγαλείο της στους νόμους που θέσπισε ο Λυκούργος για τους Λακεδαιμονίους. Ωστόσο, την ευνομία που ευλαβικά προσέφερε στην Πολιτεία την πλήρωσε με την αγανάκτηση των πλούσιων πολιτών της, και λίγο έλειψε με την ίδια του τη ζωή. Αναφέρεται χαρακτηριστικά στη βιογραφία του, που παραθέτει ο Πλούταρχος, το χτύπημα που δέχτηκε ο Λυκούργος στο πρόσωπο, από την βακτηρία του πλούσιου Σπαρτιάτη Άλκανδρου έπειτα από καταδίωξη.
Λέγεται πως ο Λυκούργος επέβαλε μέσα από την Ρήτρα άπαντες οι πολίτες της Σπάρτης να τρέφουν μακριά (μαλλιά) κόμη. Ο Λυκούργος όπως αναφέρεται στην Μεγάλη Ρήτρα εισηγήθηκε τον ερυθρό τρίβωνα, επειδή έβλεπε πως η απόχρωση αυτή ήταν ιδανικότερη για τους άνδρες, που έχουν ως στόχο να νικούν στο πεδίο της μάχης.
«Ο Λυκούργος λίγο έλειψε να χάσει το ένα μάτι του, αλλά μπόρεσε να θεραπευτεί χάρη στην Αθηνά οφθαλμίτιδα, «Οπτιλλέτιν», γιατί οι Λάκωνες Δωριείς λέγουν τους οφθαλμούς οπτίλους και στην οποία ίδρυσε το ομώνυμο ιερό για να την ευχαριστήσει» (Πλούτ. Λυκ. 116. 55-56).
Ο Πλάτων επίσης θαύμαζε και επικροτούσε τους νόμους του, πιστεύοντας πως είναι θεϊκής προελεύσεως. Ακόμη και αρκετοί στωϊκοί φιλόσοφοι έδωσαν πίστη στον «μύθο» για την νομοθεσία του Λυκούργου. Ένας από αυτούς που ήταν θαυμαστής του αρχαίου μεγαλείου της Σπάρτης (και είχε ο ίδιος προσωπικά μυήσει στη στωϊκή φιλοσοφία τους μεταρρυθμιστές βασιλείς Άγι τον Δ΄ και τον Κλεομένη τον Γ΄), ο φιλόσοφος Σφαίρος ο Βορυσθενίτης, σε δύο μελέτες του, Περί της Λακεδαιμονίων Πολιτείας και Περί Λυκούργου και Σωκράτους, πρόβαλε το Λυκούργειο πολίτευμα, ως το πολίτευμα που θα φέρει την ευτυχία στους ανθρώπους. Υπάρχει επίσης μια πλειάδα αρχαίων συγγραφέων που παραδέχονται την ιστορικότητα του Λυκούργου, ανάμεσα σε αυτούς συγκαταλέγονται οι Τίμαιος, Φύλαρχος, Διόδωρος, Ερατοσθένης, Απολλόδωρος, Σιμωνίδης, Διευτυχίδας.

[Πηγή: Δημήτριος Θ. Κατσούλης, Εκδόσεις Παύλος, Αθήνα 2010 via ellinikoarxeio.com







"Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΣΤΥΜΦΑΛΙΑΣ





Καθόμασταν μικρά παιδιά στη μεγάλη κάμαρη.
Λαμπάδιαζαν στο τζάκι οι πουρναρόριζες και τα λατόκλαδα και οι πορτοκαλιές γλώσσες φλόγας ανταύγαζαν στα παιδικά τα μάτια. Η ζωή, είτε το θέλεις είτε όχι, θα θέσει κάποτε μπροστά σου μια μεγάλη δοκιμασία. Και όταν είσαι παιδί η δοκιμασία είναι σα σταυροδρόμι που το εξουσιάζουν τρομεροί γίγαντες και Τιτάνες. Γεννήθηκα στους Καλλιάνους Κορινθίας, περιοχή της Στυμφαλίας, με τα λιβάδια, τις κρυστάλλινες πηγές και τα πυκνόφυτα βουνά. Στο βασίλειο της θεάς Άρτεμης. Εκεί που ο Ηρακλής, με την θεϊκή δύναμη, ο αγαπημένος μου ήρωας της Μυθολογίας, σκότωσε με τις Σαΐτες του τις Στυμφαλίδες όρνιθες, κάτι αρπακτικά ανθρωποφάγα πουλιά που είχαν ράμφος και νύχια και φτερά χάλκινα κι έφευγαν σα σαΐτες. Τον Ιούνιο του 1944, στη ίδια την περιοχή μια άλλη μάχη σημαδεύει την ιστορία. Μόνο που οι Σαΐτες είναι από γερμανικό μέταλλο και ο Ηρακλής κατοικεί στις ψυχές των Στυμφάλιων αγωνιστών. Ξαναζούσαμε όλοι, οι απόγονοι των Μαραθωνομάχων την αδίστακτη πρόκληση και την ωμή βία του κατακτητή. Την βαριά ταφόπλακα που πλάκωνε τα στήθη της Πατρίδας. Από πατεράδες σε παιδιά και από παιδιά σε εγγόνια περνάει η ιστορία από γενιά σε γενιά και με τις μικρές της λεπτομέρειες. Την λένε οι μεγάλοι που την ζήσανε, την λένε οι γιαγιάδες κοντά στο τζάκι, αλλά την λέμε και εμείς, τα μικρά τότε παιδιά, που χαράχτηκε στην παιδική καρδιά μας...
Στα τέλη του Ιουνίου του 1944, ξεκινώντας από την Νεμέα, ένα γερμανικό τάγμα χωρισμένο σε τρείς φάλαγγες έφτανε στο χωριό Ψάρι. Οι Γερμανοί ήθελαν να καταστρέψουν την σοδειά και φυσικά να χτυπήσουν τους αγωνιστές, τους σταυραετούς της Ζήριας ή Κυλλήνης. Τα ξημερώματα της 3ης Ιουλίου σε μια επιχείρηση σαράντα λεπτών πέφτει το Γερμανικό φυλάκιο στο Ψάρι και αποκόβει τις Γερμανικές δυνάμεις. Όλος ο οπλισμός έρχεται στα χέρια των αγωνιστών, ενώ και οι τριάντα δύο Γερμανοί σκοτώθηκαν.
Το σούρουπο εκείνο μαζί με ένα τσούρμο παιδιά κοκαλιασμένα και χλωμά χορεύαμε από χαρά για την νίκη. Ατενίζαμε τον ορίζοντα χωρίς να ξέρουμε ότι οι επόμενες μέρες θα ήταν από τις πιο σκοτεινές της ζωής μας. Ήταν μόνο η αρχή. Στις παρυφές της λίμνης, στο «Ζάρακα» και στο «Κοπρέτσι» αλλά και στα γύρω χωριά, τα πυρά, οι χειροβομβίδες και οι ριπές των αυτομάτων μάτωναν το χώμα. Από τον Ασπρόκαμπο στη Δούσια, φωτιά και πλιάτσικο. Από τα πρανή του υψώματος των Αγίων Θεοδώρων καταιγιστικά πυρά των αγωνιστών αιφνιδίαζαν τους Γερμανούς και άφηναν πολλούς στο πεδίο της μάχης. Οι Γερμανοί μέσα από τα βούρλα και τα αυλάκια της λίμνης γλύτωσαν τη ολοκληρωτική καταστροφή. Στα Κιόνια, στο Μπάση (δροσοπηγή) , στο ύψωμα της Δρίζας , στα αρχαία ιστορικά ερείπια της Στυμφαλίας, τα παλληκάρια είναι παρόντες. Ο κύριος όγκος των Γερμανών συγκεντρώνεται κάτω από τις Ιτιές του Ζάρακα. Με τα αντιαρματικά και τα μυδραλιοβόλα γκρεμίζουν τοίχους και βάλουν σε οτιδήποτε κουνιέται. Καρτέρι, Λαύκα, Μπάση, Κιόνια, Μύτικας, Καλλιανοι, όλες οι περιοχές «βράζουν».





 Οι Γερμανοί όταν έσφιξε ο κλοιός γύρω τους, απεγνωσμένοι σκότωσαν τα Μουλάρια εκτελώντας τα στην όχθη της Στυμφαλίας. Έκαναν φράγμα με τα νεκρά μουλάρια στο ποτάμι της Ντελούγιεζας. Πατώντας πάνω στα πτώματα πέρασαν απέναντι αφήνοντας πίσω τους όλο τον οπλισμό τους. Από την πρώτη Ιουλίου έως και τέσσερεις μέρες μετά, βρήκαν τον θάνατο εβδομήντα Γερμανοί και πιάστηκαν αιχμάλωτοι δεκαέξι. Γεμάτοι λύσσα για εκδίκηση από την ταπείνωση τους, στέλνουν ένα Γερμανικό τάγμα με άριστο οπλισμό στο Ψάρι. Τα πάντα πυρπολούνται…Μαύρα σύννεφα καπνού σκέπαζαν για ώρες ολόκληρες τον ήλιο , τον ουρανό και ολόκληρη την λίμνη. Μετά το Ψάρι το τάγμα κατέβηκε στους Καλλιανους. Όπου υπήρχαν θερισμένα στάχυα τα έκαιγαν. Οι Γερμανοί μπαίνουν στο χωριό μου και συγκεντρώνουν τους γέρους τα γυναικόπαιδα και τον Παπά στο σχολείο. Καίνε ολόκληρο το χωριό, στάχτη γινήκαν και οι δύο μικροί μου φίλοι. Δεν άφησαν τον Παπά και την μητέρα τους να τα βγάλουν από το σπίτι, χτυπώντας τους άγρια. Το Μπούζι καίγεται και αυτό.
Ο Φενεός και η Στυμφαλία ήταν τα καταφύγια-ορμητήρια των ανταρτών γιατί ήταν περιοχές απροσπέλαστες αν δεν τις γνώριζες. Είχαν τροφή αλλά υπήρχε και εύκολη επικοινωνία με τους αγωνιστές στους γύρω νομούς. Η ηγεσία του Εθνικοαπελευθερωτικού Κινήματος της Κορινθίας έτσι, είχε ως έδρα το χωριό Γκιόζα, δηλαδή το Μάτι. Αφού έκαψαν όλη την περιοχή οι Γερμανοί, από τους Καλλιάνους τους παρέλαβαν τα θωρακισμένα και τα αυτοκίνητα και τους κατέβασαν στο Κιάτο. Μέσα από αυτές τις λίγες σημειώσεις και από τα παιδικά μου ποιήματα «σιγοτραγουδώ» γεγονότα που έμειναν στην καρδιά μου, εικόνες φρίκης και θλίψης αλλά και ελπίδας ότι όλα τελειώνουν και η ηρεμία επιστρέφει.
Ο απόηχος της μάχης ταξιδεύει πάνω από τα νερά της λίμνης, ακούγεται στο κύλισμα των νεροπηγών, στων βράχων την στητή λεβεντιά…και τα καμένα σπαρτά ξαναφυτρώνουν. Καθετί που γεννιέται είναι έτοιμο να πεθάνει και να ξαναγεννηθεί. Και ο θάνατος δεν είναι η απόλυτη σιωπή, είναι η διάρκεια που μας θυμίζει ότι κάθε θνητό μπορεί να ενοποιήσει το παρελθόν , παρόν και μέλλον.
Είναι η υπέρτατη σπείρα, ανοιχτή και προς το παρελθόν και προς το μέλλον , όπως αναφέρουν οι σοφοί. Ανοιχτή, προς τα παιδιά μας. Η αγωνία του, μπορεί να γίνει ένα είδος σοφίας, μπορεί να μετατραπεί σε είδος γόνιμης σκέψης. Όχι ηρεμιστικό είδος, που χαλαρώνει την αντίληψή μας.
Η πονηριά και η αδικία της ζωής, για να διαιωνίζεται αντιπαλεύει τα οράματα και την ελπίδα.
Χρέος μας, να κληροδοτούμε στην νέα γενιά την αγωνιστικότητα. Ο θάνατος δεν στερεί, γίνεται ένα πλήρωμα, ένα ολοκλήρωμα που τρέφει την σκέψη για τις υψηλές ιδέες και διαχρονικά ιδανικά.
Και ο κάθε άνθρωπος πεθαίνοντας για τα ιδανικά αφήνει ίχνη μέσα στο χώρο-χρόνο που λειτουργούν γόνιμα.


Εις μνήμη ΠΑΝΤΑΖΗ ΠΑΝΟΥ. (1930-2009)"