Τετάρτη, 1 Ιουνίου 2016

ΤΑ ΑΠΡΕΠΕΣΤΑΤΑ - Η ΓΛΩΣΣΙΚΗ ΜΑΣ ΜΟΥΣΤΑΛΕΥΡΙΑ


















Τα εδέσματα, άλλα νόστιμα και άλλα όχι, στην καθημερινή μας επικοινωνία δημιουργούν ένα μενού που έχει μεγάλο ενδιαφέρον η καταγωγή του. Για παράδειγμα η λέξη ΑΡΑΛΙΚΙ ή ξάπλα. Πολλές αδάμαστες Ελληνικές ψυχές, ρέπουσες προς τα υψηλά και τα ωραία, έχουν ταυτίσει τις λέξεις αυτού του διωνύμου με δια βίου στόχους. Πάντως, εδώ κατά το ήμισυ έχουμε εμφανή και τον απαραίτητο τουρκικό δάχτυλο. Διότι ara σημαίνει ανάμεσα, μεταξύ. Το τούρκικο ουσιαστικό aralik σημαίνει λοιπόν το μεσοδιάστημα σε τόπο ή χρόνο, τη σχισμή, το άνοιγμα. Έτσι πιο κοντά στη κυριολεξία είναι η φράση «θα βρεθεί αραλίκι και θα έρθω», που σημαίνει «όταν προκύψει κάποιο χρονικό διάλειμμα χωρίς άλλες ασχολίες, θα συναντηθούμε». Αντίστοιχα το ρήμα ΒΑΡΙΕΜΑΙ, υπήρχε από τους πρώτους μετά Χριστόν αιώνες, από το αρχαιότερο βαρύνω, το μέσο βαρούμαι που όπως το ΑΡΝΟΥΜΑΙ, έτσι έδωσε και αυτό τελικώς το βαριέμαι. Όλα ξεκινούν από το βάρος που προκαλούν, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμα και τα άυλα. Έτσι και οι σκέψεις, γίνονται «μυγίτσες» , ήκιστα όμως ενοχλητικές με υλικό βάρος .






ΛΟΥΦΑ-ΛΟΥΦΑΡΩ

Κατά το λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής (Σταματάκου) το ρήμα «λοφάω», σημαίνει, αναπαύομαι, ησυχάζω. Για τους ναυτικούς, «κοπάζει» και ο άνεμος. Η λέξη είναι δημοφιλέστατη στην Ελλάδα και επισύρει και το χαμόγελο της σύμπνοιας. Αξιοσημείωτη είναι η αντίστοιχη της λούφας, ξενική έννοια «undertime». Η αστυνόμευση των υπαλλήλων, ώστε να μην λουφάρουν στην εργασία τους, να μην παίζουν παιχνίδια στον υπολογιστή, να μην συνομιλούν και να μην κάνουν κοπάνες, δηλαδή να ζουν μόνιμα με το «overtime», την λογική της υπερωρίας , επινόησε αυτή την αντίδραση. Να κλέψεις χρόνο, για να αντέξεις την πίεση του «overtime» και γενικά την πίεση από ότι δεν γουστάρεις.







ΣΟΛΑΡΩ!

Ειδικά σε τοπικές διαλέκτους αιφνιδιάζεσαι συνεχώς με το πλάτος και βάθος που κρύβει κάθε λέξη ακόμη και όταν πρόκειται και για υβριστική. Στην πόλη Σόλοι της Κιλικίας , όπου οι Αθηναίοι δεν μιλούσαν σωστά τα Ελληνικά, ο Ηρόδοτος, μιας και έγινε αναφορά και σε προ-ομηρικές λέξεις, χρησιμοποίησε το ρήμα Σολοικίζω, για όποιον δεν μιλούσε σωστά. Πάω να Σολάρω στη κιθάρα λοιπόν και ας θεωρούν ότι είναι ξένη λέξη! Βέβαια το Σόλο δεν θα είναι σωστό με την έννοια αυτή...





ΕΙΣΑΙ ΤΟΦΑΛΟΣ :
Ο χαρακτηρισμός ενός προσώπου ως «ΤΟΦΑΛΟΣ» είναι υποτιμητικός και υπονοεί πως είναι άγαρμπος χοντρός, γιγάντιος–ατσούμπαλος-η. Κακώς όμως, γιατί ο Δημήτρης Τόφαλος υπήρξε ένα ίνδαλμα της άρσης βαρών που συγκλόνισε την Ελλάδα το 1906, στο Παναθηναϊκό στάδιο. Ο γιγαντόσωμος Πατρινός αρσιβαρίστας υπερίσχυσε στους αγώνες, νικώντας και τον Γερμανό πρωταθλητή, σηκώνοντας 148,6 κιλά απευθείας επάνω από το κεφάλι του.








ΑΠΟ ΤΟ ΥΔΩΡ ΣΤΟ ΝΕΡΟ


Ο Αύγουστος είναι ο μήνας που οι Έλληνες έρχονται περισσότερο από κάθε άλλο χρονικό διάστημα σε  επαφή με το υγρό στοιχείο. Πως  όμως  φτάσαμε από το ύδωρ στο νερό;




Μάλλον από το νερό-ή-ό , που βγήκε από το  «νηρός»  και αυτό με τη σειρά του από τη συναίρεση του αρχαίου «νεαρός»=φρέσκος. Από το νεαρόν ύδωρ όμως, όπως αναφέρει και ο Μπαμπινιώτης, έχουμε επικράτηση του επιθέτου πάνω στο ουσιαστικό.  Από το νηρός προκύπτουν ακόμη και οι Νηρηίδες, δηλαδή οι νύμφες του νερού  και οι πιο σύγχρονες νεράιδες, ενώ Ναϊάδες ήταν μόνο οι νύμφες των πηγών  στην ξηρά.








Τα εδέσματα, άλλα νόστιμα και άλλα όχι, στην καθημερινή μας επικοινωνία δημιουργούν ένα μενού που έχει μεγάλο ενδιαφέρον η καταγωγή του.  Μια τέτοια λέξη είναι και η ΜΟΥΝΤΖΑ, που  την χρησιμοποιείς καθώς οργισμένος  προσπαθείς να σβήσεις χειρονομώντας τον άλλον από μπροστά σου.  Πολλοί κάνουν κοπιώδη χρήση της, κυρίως στις αυτοκίνητες συναντήσεις με ετέρους Έλληνες.  Έχει παλαιότατες ρίζες , ίσως και βυζαντινές, κάτι που μπορεί και να ελαφραίνει και τη συνείδηση όταν γίνεται ανέλεγκτα –αυθόρμητα. Ήταν η Καπνιά, η μουντζούρα, Κάπο μουντό χρώμα, που πολλές φορές με αυτά γέμιζαν τις ανοιχτές παλάμες τους και στη συνέχεια τις ακουμπούσαν  στα πρόσωπα των διαπομπευόμενων. Υπάρχει και η εκδοχή του περσικού  muzh = σκοτεινιάζει το οπτικό πεδίο. Για παράδειγμα, μια πατσαβούρα ή κοιλιά ζώου συνηθιζόταν να ρίχνεται στο πρόσωπο κάποιου υβριζομένου , ενώ σημαίνει και τα βλέφαρα, που επίσης σκοτεινιάζουν την όραση.
(όπως αναφέρει και ο Γιαννουλέλλης  στις «Νεοελληνικές ιδιωματικές λέξεις», εκδόσεις Κείμενα, 1982)









STRAIGHT- GAY – STRAYS …



Θα συμπεριφερόμαστε στο εξής σαν άνδρες, σαν γυναίκες ή σαν κάτι άλλο;

Ο Κάθε άνθρωπος στα πολύ πρώιμα στάδια της ζωής του, μέσα στην κοιλιά της μητέρας του , αναπτύσσεται σε περιβάλλον όπου επικρατούν οι θηλυκές ορμόνες. Γι αυτό και το σώμα αποκτά εξαρχής μαστούς και θηλές, ανεξάρτητα αν μετά το μωρό που θα προκύψει είναι αρσενικό ή θηλυκό. Ακόμη και οι μετέπειτα άνδρες δηλαδή ξεκινούν σε αμιγώς θηλυκό περιβάλλον.
Βγαίνοντας στον κόσμο είτε έτσι ή αλλιώς, σε λίγο αρχίζει η αγωνία του φύλου.

Θα συμπεριφερόμαστε στο εξής σαν άνδρες, σαν γυναίκες ή σαν κάτι άλλο;
Γύρω στα 1930 εμφανίστηκε το σύνθετο gay cat, που σήμαινε έναν νεαρό αλήτη παρέα ενός άλλου πιο ηλικιωμένου, επίσης αλήτη.
Από και πέρα άρχισε να ανακατεύεται και το ομοφυλοφιλικό στοιχείο.
Στα σχολεία σήμερα, στην διάλεκτο των σκληροτράχηλων νέων το «είσαι γκέι» είναι μπανάλ έκφραση και αντικαθίσταται με το το «είσαι φούλα».
( Για τους αμύητους, το «φούλα» βγαίνει από το «αδελφούλα» ).
Μία ενδιαφέρουσα νέα λέξη είναι και η λέξη Strays.
Από τη λέξη Streight, που δηλώνει όποιον αισθάνεται έλξη προς το άλλο φύλο και τη λέξη gay, δηλωτική αντιθέτως της αδυναμίας προς το ίδιο φύλο , οι strays προδίδουν την αδυναμία για διάφανη επικοινωνία και την προσφυγή σε πολύπλοκες λύσεις.
Κάποιοι μάλιστα, πλησιάζουν γυναικοπαρέες σαν gayς ,έχοντας παρατηρήσει ότι έτσι γίνονται πιο δεκτοί και στη συνέχεια εκδηλώνονται σαν Straight ή ότι άλλο προκύψει!






ΠΑΡΑΓΚΑ
(ΟΛΗ Η ΕΛΛΑΔΑ ΜΙΑ ΑΤΕΛΕΙΩΤΗ ΠΑΡΑΓΚΑ)

Η Baracca στην Ιταλία είναι το μικρό ξύλινο σπιτάκι. Στην Ελλάδα μας, διάσημες είναι οι παράγκες του Καραγκιόζη και των ποδοσφαιροπαραγόντων που αντανακλούν την Ελληνική παράνοια. Οι φανφαρόνοι παράγοντες με την βοήθεια διαιτητών «χειρουργούσαν» δηλαδή αποφάσιζαν να χάσουν κάποιες ομάδες, συνήθως από το τηλέφωνο, εφαρμόζοντας την τηλεϊατρική πολύ προτού αυτή καθιερωθεί στις προηγμένες χώρες. Γι αυτό και αποκαλούσαν «γιατρό» τον αρχιτέκτονα της παράγκας. ‘Έτσι και σε όλη την Ελλάδα έχουμε αντίστοιχα την αναβίωση της κλασικής κωμωδίας του Θεάτρου Σκιών «Ο Καραγκιόζης γιατρός».








 ΤΟ ΚΕΡΑΤΑΚΙ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΤΑ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ



Από το κεράτιον, υποκοριστικό του κέρας, όπου κεράτια έλεγαν οι πρόγονοί μας τους σπόρους του χαρουπιού με τους οποίους συνήθιζαν να κάνουν ζυγίσεις ακριβείας μικροποσοτήτων, οι Άραβες (πάλι αυτοί!) κλέπτοντας την ιδέα έφτιαξαν το « κιράτ» ισοδύναμο με τέσσερις σπόρους και από εκεί , Άγγλοι, Γάλλοι και Ιταλοί, απέκτησαν την λέξη για τα καράτια, που…δάνεισαν–δώρισαν και σε εμάς τελικά. Το κερατάκι στην τούρτα της παγκοσμιοποίησης , δηλαδή πρόκειται για ένα ακόμα αντιδάνειο, όπως λένε οι γλωσσολόγοι!













H  ΓΚΛΑΜΟΥΡΙΑ

Στη μυθολογία ο ήρωας και δεινός άρπαγας κοριτσιών Θησέας, (όπως δεν μαθαίνουμε στο σχολείο) κυνηγούσε ένα υπέροχο φωτεινό κορίτσι την Αίγλη. Πανέμορφο κορίτσι , πανέμορφη λέξη.
Προκύπτει από τη ρίζα aig (αιγ)= σείω ,πάλω. Από την αρχαία εκείνη εποχή δηλαδή οι Έλληνες είχαν συνδέσει την εμφάνιση του φωτός με τις δονήσεις.
Εμείς σήμερα, αντί να χρησιμοποιούμε αυτή την υπέροχη λέξη για ότι έχει λάμψη  και κύρος, προτιμούμε το βάρβαρο από κάθε άποψη και κακόηχο νεολογισμό «γκλαμουριά» που δεν λέει τίποτε στην ουσία …







TA ΑΠΡΕΠΕΣΤΑΤA  : «άντε μωρή λούγκρα» 

«η λούγκρα μας η λουγκροφαγωμένη, όλον τον κόσμον έφαγε και πάλι δεν χορταίνει».
Λούγκρα σε πολλά νησιά του Αιγαίου, σημαίνει το αδηφάγο θηλυκό γουρούνι.
Σήμερα χρησιμοποιείται συχνά , με την ενίσχυση του απρεπέστατου «μωρή» που χρησιμεύει ως προπομπός για να απευθυνθούμε σε άτομα με υποτιθέμενες ομοφυλοφιλικές τάσεις. «άντε μωρή λούγκρα»
 Πάντως , για να μην υπάρξει παρεξήγηση ,  η λύση στο αίνιγμα είναι ,κατά το Γλωσσάριο του  Πασπάτη(1888) το  ΦΕΡΕΤΡΟ.  








«Η ΚΟΛΟΚΥΝΘΟΠΛΗΓΙΑ»

Ο  Συγγραφέας λατρεύει τις κολοκύθες.

Το ύφος του κειμένου  πρέπει να έχει τα χαρακτηριστικά της «κολοκυνθοπληγίας», δηλαδή του χτυπήματος στο κεφάλι του αναγνώστη με μια ξερή κολοκύθα.  Έτσι το ανάγνωσμα μετατρέπεται σε  «ανθυπνωτικόν φάρμακον», δηλαδή κρατάει σε ενδιαφέρον και εγρήγορση τον (απαίδευτο) αναγνώστη.








Η ΓΡΙΑ

Αυτή η λέξη έχει αποκτήσει μια τραχύτητα μέσα από τα χρόνια και τα παραμύθια και συμπυκνώνει όλη την περιφρόνηση μας προς την Τρίτη ηλικία. Πάντα πλήγωνε και θα πληγώνει αυτή η λέξη ανθρώπους που κάθε άλλο παρά χρειάζονται κάτι τέτοιο.

Η λέξη «γιαγιά»  έχει τις γωνίες της πιο στρογγυλεμένες και είναι σίγουρα προτιμότερη και σεβάσμια.














Το εκπληκτικό είναι ότι η ίδια η Ελληνική γλώσσα μας διδάσκει συνεχώς πώς να γράφουμε σωστά. Μέσω της ετυμολογίας, μπορούμε να καταλάβουμε ποιος είναι ο σωστός τρόπος γραφής ακόμα και λέξεων που ποτέ δεν έχουμε δει ή γράψει. Το «πειρούνι» για παράδειγμα, για κάποιον που έχει βασικές γνώσεις Αρχαίων Ελληνικών, είναι προφανές ότι γράφεται με «ει» και όχι με «ι» όπως πολύ άστοχα το γράφουμε σήμερα. Ο λόγος είναι πολύ απλός, το «πειρούνι» προέρχεται από το ρήμα «πείρω» που σημαίνει τρυπώ-διαπερνώ, ακριβώς επειδή τρυπάμε με αυτό το φαγητό για να το πιάσουμε. Το ψήσιμο του λουκάνικου επίσης δεν απασχολεί καθόλου ως σωστή γραφή, μιας και μέσω του Λουκούλλου-λουκάνικου περνάμε στην ουσία της γεύσης που μαζί με το καλό κρασί αποτελεί την εμφιαλωμένη ποίηση της διασκέδασης με καλή παρέα.








Η Ελληνική γλώσσα έχει λέξεις για έννοιες οι οποίες παραμένουν χωρίς απόδοση στις υπόλοιπες γλώσσες, όπως άμιλλα, θαλπωρή και φιλότιμο. Μόνον η Ελληνική γλώσσα ξεχωρίζει τη ζωή από το βίο, την αγάπη από τον έρωτα. Μόνον αυτή διαχωρίζει, διατηρώντας το ίδιο ριζικό θέμα, το ατύχημα από το δυστύχημα, το συμφέρον από το ενδιαφέρον. Το εκπληκτικό είναι ότι η ίδια η Ελληνική γλώσσα μας διδάσκει συνεχώς πώς να γράφουμε σωστά. Μέσω της ετυμολογίας, μπορούμε να καταλάβουμε ποιος είναι ο σωστός τρόπος γραφής ακόμα και λέξεων που ποτέ δεν έχουμε δει ή γράψει.







Η ΠΕΙΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΙΚΗ...

Μιλώ σωστά ελληνικά σε δημόσιο χώρο, σημαίνει ότι αποδέχομαι και σέβομαι την προσωπικότητα του ακροατηρίου και συμβάλλω στην εξέλιξη του διαλόγου. Κάτι φυσικά που οι πολιτικοί έπρεπε να υπηρετούν με την ιερότητα όρκου. Ο πολιτικός λόγος, αυτός που κατά κόρον ακούμε παραμένει κακίστης ποιότητας, λόγος εγκλωβισμένος στα "χρονοντούλαπα' της συνθηματολογίας που υποδαυλίζει την πλούσια σε έννοιες και αισθητική ελληνική γλώσσα αλλά και την κρίση των πολιτών. Το αίτημα για πολιτικό λόγο με σεβασμό των κανόνων της γλώσσας και με το βάρος της ελληνικής παράδοσης, να αιωρείται, είναι άρρηκτα δεμένο με την απλότητα των ιδεολογικών επιταγών. Ανεξάρτητα του χώρου που πρεσβεύει κάθε πολιτικός, απέναντι στη γλώσσα - δηλαδή τη σκέψη μας- πρέπει να στέκεται με τον ίδιο σεβασμό. Επειδή βέβαια η γλώσσα είναι ένα ζήτημα για το οποίο κανένας Έλληνας πολιτικός δεν επιτρέπεται να μην έχει θέση. Πόσο μάλλον να βιαιοπραγεί στραπατσάροντας με ύβρεις και να εκπροσωπεί την όλη γλωσσική φτώχεια και σύγχυση που μας δέρνει.





















http://www.musicheaven.gr/html/modules.php?name=Blog&file=page&op=viewPost&pid=33878






























Το Ματζαφλάρι
(το) Ουδ. Ουσιαστικό, Ματζαφλάρι/Καβλιτζέκι
Γενικώς, πρόκειται για γνωστής ταυτότητας αλλά ανήθικου ονόματος αντικείμενα, των οποίων τα επίσημα ονόματα εφόσον τα αναφέρουν και οι εγκυκλοπαίδειες πρέπει να καταγραφούν ως του μέγα-πολιτισμού, παραδοσιακή προίκα.
Καβλιτζέκι (το):  ουδέτερο που χαρακτηρίζει αντικείμενα σφηνοειδούς συνήθως μορφής με μήκος τουλάχιστον τριπλάσιο του πλάτους.
«Την λέξη χρησιμοποιούμε για να χαρακτηρίσουμε τέτοιου είδους αντικείμενα όταν τα χρειαζόμαστε, αλλά είναι λίγο πιο μακριά απ' ό,τι φτάνει το χέρι μας»
ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ: (ο πρωτομάστορας που έχει πίσω του το παιδί για όλες τις δουλειές...)
- Πιάσε αυτό το καβλιτζέκι να το βάλω στη θέση του να τελειώνουμε.
Και φυσικά το παιδί πρέπει να το πιάσει, γιατί ως γνωστόν,
«αν δεν σε κλάσει μάστορας την τέχνη δεν μαθαίνεις»
Από την άλλη το ματζαφλάρι, σκωπτικά, δεν είναι τίποτα άλλο παρά το σύμβολο του πέους, μόνο όμως ως εξωτερικού επιθετικού οργάνου του άρρενος και ουδόλως ως αποχετευτικής και εκφορητικής μοίρας του ουροποιητικού και γεννητικού συστήματος.
 Και ενώ η λειτουργία του πέους είναι το ήμισυ της αναπαραγωγής, υποβοηθώντας την εναπόθεση γενετικού υλικού στον κόλπο της γυναίκας, η λειτουργία του ματζαφλαριού μαζί με το πηδάλιο, είναι το Άλφα και το Ωμέγα στην ιστιοπλοΐα. Ως οριζόντιο ξάρτι του φαλλικού ιστού αλλάζει την πορεία του σκάφους σε σχέση με τον άνεμο, γεγονός που απαιτεί επιδεξιότητα, ειδάλλως ο ιστιοπλόος κινδυνεύει να το φάει στο κεφάλι.
Εξ αυτού αιτιολογείται και η έννοια ματζαφλάρ ως τέχνη, μαστοριά.
Το να μπορείς δηλαδή να ελέγξεις και να κουμαντάρεις το μαντζαφλάρι αποτελεί προσόν, πλεονέκτημα. Το εξακριβώνουμε και από το Τούρκικο marifet που έχει την συγκεκριμένη σημασία, για το εφεύρημα, το έξυπνο και την δεξιότητα.
(Ο Λιθοξόος αναφέρει το ματζαφλέρι ως συνώνυμο με το μαραφέτι)
Το  ματζαφλέρι, μαραφέτι, ως κάτι αόριστο, μη συγκεκριμένο με καθορισμένες λειτουργίες, με μνημονικό «περιεχόμενο» που δεν μπορεί να εκφραστεί δηλωτικά μέσω του λόγου, αποκτά έτσι και αισθητικοκινητικές ικανότητες.
«Που να το βάλω ολόκληρο ματζαφλέρι πού δε χωράει πουθενά!»
(Με άδηλη περιγραφή) υπονοεί την επίτευξη κάποιου (επίσης άδηλου) σκοπού.

μαραφέτι [1910], μαραφέτ, μαριφέτι, μουραφέτι, μουραφέτ =
μαντζαφλάρι, μαντζαφλάρ, μαντζαφλέρι, μαντζιαφλάρ, ματζαφλέρι, ματζαφλέρ, ματζαφλάρι,
ματζαφλέρι= αόριστος χαρακτηρισμός αντικειμένου πού δεν ξέρουμε το όνομά του ή πού δε θέλουμε να το πούμε, ή βαριόμαστε να το πούμε, ή θέλουμε να το δείξουμε ή να το αναφέρουμε με επίφαση. Ή διαφορά του από τις άλλες ανάλογες λέξεις, το μαραφέτι, το καβαλιέται, το καβλί. το πράμα κλπ, είναι ότι χρησιμοποιείται για μεγάλα και κάπως μακρουλά αντικείμενα.


αξία, αρετή, δεξιότητα, διανοητική ικανότητα, δυνατότητα, επιδεξιότητα, επινοητικότητα, επιτηδειότητα, ευφυΐα, εφευρετικότητα, θετικό στοιχείο, ικανότητα, πλεονέκτημα, προσόν