Σάββατο, 18 Ιουνίου 2016

Η ΖΕΣΤΗ ΠΟΥ ΛΕΙΩΝΕΙ









Πρέπει η ζέστη αυτή να εξήλθε από χαραμάδα κόλασης
όταν τα πυρωμένα σώματά τους γύμναζαν ιδρωμένοι σατανάδες.
Είναι μια ζέστη που φεύγει προς παντού βιώνοντας τα πάντα, λειωμένη μαγεία στην ατμόσφαιρα ρουφώντας ανελέητα νερό, αέρα και ελπίδες, εγκληματίας που πηδάει τείχους και τους καρπούς σαπίζει, αφή που τρέχει στους δρόμους και κοιμίζει μεταβολισμούς χωρίς εκπτώσεις, ακόμη και στη γύμνια.
Και η μυρωδιά της, οσμή πληγής στο σώμα μιας πατρίδας, μολυσμένης από την θεραπεία σωτήρων που προσκύνησαν χιλιάδες εικονοστάσια. Βρέχει δε βρέχει, τέτοιες φωτιές ανάψανε οι κολασμένοι ρημάζοντας το μέλλων με δώρα χάιδεμα σκορπιού, φορώντας μανδύα πύρινο στους δίχως άρνηση σκλάβους από συνήθεια.












ΚΑΥΣΩΝΑΣ

Ευαίσθητοι στις υψηλές θερμοκρασίες, έξω φρενών μαζικά,
άρπαξαν τις καραμπίνες τους και άρχισαν να πυροβολούν
τον ήλιο και οι πιο τρελαμένοι τους λιγότερους,
μα όλα τα βόλια πλήγωναν -μόνιμα- τις ανεμώνες και τον άνεμο που από τις τέσσερις γωνιές του κόσμου δροσίζουν.
Μπροστά σε τούτη την κατάντια τους, ο ήλιος, με ένα χαμόγελο ειρωνείας, επέσπευσε τον ερχομό του πιο ζεστού καύσωνα όλων των εποχών, φωτιάς ατίθασο παιδί ειδικά εκπαιδευμένο βόλια και σφαίρες και όλα της μάχης τα σιδερικά να λειώνει.
Ευαίσθητοι στις υψηλές θερμοκρασίες, σε αυτή τη νέα άνοδο, παρανόησαν-έξω φρενών- μαζικά. Άρχισαν κατάσαρκα τη μάχη με νύχια και με δόντια και οι πιο τρελαμένοι σα λυσσασμένα σκυλιά να δαγκώνουν στα τυφλά ακόμα και τη ζεστή τους ανάσα.
Και ο ήλιος, αυτάρεσκος τιμωρός δυνάμωσε κι άλλο τη φωτιά και όλοι άρχισαν να λιώνουν και ενώ έλιωναν συνέχιζαν αμετανόητα τη λυσσαλέα μάχη.

Μια λάβα απέμεινε, μια θυμωμένη δυστοκία κοινωνίας που κάηκε γιατί, τον ήλιο της, τις ανεμώνες και ανάμεσα στα δένδρα τον δροσερό άνεμο μόνιμα πυροβολούσε.