Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2016

«Παπάρια, Καμπάνες Δίδυμες»







«Πλησιάστε Κυρίες και Κύριοι,
 Η επανάσταση σημαίνει πλέον ηχηρά,
δίδυμες καμπάνες τα παπάρια
θα αυγατίσουν τον χώρο σας»



Παπάρια, παπάρια!
Εργάτες, προς όλες τις κατευθύνσεις, κινητοποιηθείτε με τα παπάρια σας! Ενεργοποιήστε τα! Δουλέψτε με τους παπαρόλιθους! Όταν στα αμφισβητούν, μη το ξεχνάς ποτέ, αποκτάς μια άλλη ανέραστη σάρκα. Παραχώνεσαι στο ανούσιο των ρόλων, περιελίσσεσαι με κλειστά πόδια στον κυκλικό σου χώρο που εγκλωβίζει την κάθε επανάσταση. Εκεί, τα συνθλίβει πονηρά της ηθικής ο καρυοθραύστης και τα άμοιρα κυνηγημένα, τρέχουν πάντα ιδρωμένα, μπάλες δερμάτινες που τις κλωτσούν γόβες κόκκινες και  γυαλισμένα λουστρίνια. 
Και όταν στις βίαιες εποχές στα συμπιέζουν άγρια οι βάρβαροι, μη ξεχνάς πως οι παπαρόλιθοι ξεπετιούνται αιφνίδια ως Ρώσικη άνοιξη, πάντα με την βλαστική δύναμη που αναγεννά την υπόσταση των πάντων. Όσο και να τα κοπανούν, μεταλλεύματα είναι και απελευθερώνουν την αρχέγονη ζωτική ανάσα τους, καυτή λάβα που λειώνει τους βαρβάρους στου χρόνου την πρώτη αρχή: 
«Η σωστή θέση των ποδιών του πολεμιστή την δύναμη αντλεί από τα αληθινά παπάρια, την υλικότητα του πνεύματος του μαχητή»

Υπάρχει δηλαδή, ένας δεσμός αόρατος με τα παπάρια, υπάρχει κάτι από το πνεύμα. Η αληθινή δύναμη τους γι’ αυτό γεννιέται με το άγγιγμα, την ακανόνιστη νύξη του χεριού την λυρική τέχνη που εκπέμπει ακατάπαυστα ανδρογόνες μάχες δια της διεισδύσεως. Και όταν στη μάχη μπαίνουν στων βαρβάρων το στρατόπεδο, χώνονται σαν τον τυφλοπόντικα σε όλα τα λαγούμια του, πολεμιστές παπάρια που σκορπίζουν πανικό και αλλάζουνε το φύλο.
 Τα παπάρια, τα πάντα καταγράφουν, τα πάντα ενθυμούνται. Αρκεί, μη τα ξεχνάς. Μη τα προδίδεις, αυτό μονάχα σου ζητούν. Η δυναμική του παπαριού εκπέμπει σήματα, καλέσματα, συστρέφοντας κι αστράφτοντας μπροστά στον εργοδότη. Πάλλεται και σπέρνει προς κάθε κατεύθυνση παιδιά αχόρταγα με όρθιο το κεφάλι. Σπάει το κενό που υπάρχει στον κοινωνικό περίγυρο, το μείον και το πλέον, τους κούφιους τόπους που κατοικεί η ανιαρή καθημερινότητα.
Ακόμη και το πιο μικρό, ο ερασιτέχνης ίσως, ταλαντεύεται πέρα-δώθε, βρίσκοντας στήριγμα εναλλακτικό μία στα δύο σκέλια και μια στο πόδι που με κίνηση λικνιστή, εξημερώνει και ξεπετάει την αγωνία της αναπαραγωγής.
Νοερά, στην κάθε πύλη εισόδου για μια επανάσταση, φύλακες ακούραστοι είναι, μια απαγορευμένη συναγωγή ελπίδας για την στέψη της απελευθέρωσης από το κάθε ευνουχισμένο τοπίο. Επτασφράγιστο μυστικό ανάμεσα στα σκέλια σαν τα κουκούτσια αλλάζουνε μορφή και ηχούν σαν δίδυμες καμπάνες στο υποχθόνιο έργο των ευνούχων.

 Αυτά και μόνο αυτά, συνδέουν, ανάμεσα στα δύο το 3, 
που είναι η κεφαλή, η εμφυσηθείσα του πόθου και του εργάτη το σφυρί.


Από το βιβλίο 
«Ο Αθυρόστομος Σκιπίων»