Τρίτη, 7 Ιουνίου 2016

ΓΛΥΠΤΗΣ ΧΩΡΙΣ ΑΦΗ







I.

Της λήθης φωτιά και σατανάς των παραιτήσεων
ανέκαθεν ακρωτηριασμένος γλύπτης
με άγρια μαλλιά και απύθμενη ματιά,
σμιλεύω νοερά της γύμνιας σου
την κάθε πυρκαγιά.
Και η θωριά σου η μαρμάρινη,
κλωσά την διψασμένη μου ηδονή
βυζαίνοντας ακόλαστα τον πόθο μου
και εντούτοις ένα αγγελικό χέρι
ή έστω έρωτα τυχοδιώκτη
κοντά μου δεν σε φέρνει.
Γλύπτης χωρίς αφή
που ότι δεν πλάθει τεχνουργεί
σε θρηνώ εγώ,
της λήθης σμιλευτής
όπως όλες οι χαίτες των παρθένων
πάνω στα μαξιλάρια τα ανέραστα.










II.


Της λήθης φωτιά και σατανάς των παραιτήσεων
ανέκαθεν ακρωτηριασμένος γλύπτης
κι όταν σμίλεψα τα στήθη της
στητή ως Αφροδίτη φάνταζε
πάνω σε Ολύμπιο βράχο
σαν του άφταστου πόθου το ικρίωμα
 φάνταζε ως έπρεπε
σε μετόπη Παρθενώνα.
Τότε ήταν που την αγκάλιασα
με τον αρχέγονο πόθο του Αδάμ.
Καθώς όμως τα φιλιά φλογίζανε
πήρε τη μορφή της Πανδώρας
από μαρμάρινη Αφροδίτη μέταλλο έγινε
Σώμα κρύο και γυμνό
 με την ψευδή εντροπή κλεπταποδόχου.
Περίοπτη γυροστρέφοντας ηχηρά
άρπαξε τη σμίλη και με σκάλιζε
μια από εδώ μια από εκεί
και όταν στην καρδιά μου έφτασε
η πρώτη υποψία σκουριάς

γεννήθηκε στα χείλη μου.










III.


Από τα ρούχα 
Σκέψου αλήθεια, 
Μέχρι το φιλί 
είμαστε σμιγμένοι 
Έμελε απλά να αγαπηθούμε 
Πάνω στη γη αυτή 
που σμίγουν και τα πουλιά 
Σε μια άνοιξη παντοτινή 
Που ότι ριζώνει ανθεί. 
Ώσπου κάποτε κατάλαβα 
Αχάτης της Αγάπης μου 
ήταν ο γλύπτης που μας σμίλεψε 
τις ρίζες τις κοινές μας.











IIII.

Βλέπω τον βράχο και χάνω το εγώ μου,
 τον σκακιστή τον άναρθρο, αυτόν,
 που δεν θα ψελλίσει η πέτρινη μορφή σου
 που λάξεψα ψηλά.