Κυριακή, 26 Ιουνίου 2016

ΓΕΙΤΝΙΑΣΗ. Η ΛΑΜΠΑ



Zdzisław Beksiński





Πασχίζω καθημερινά
το δρομάκι μπροστά ακριβώς
από την οικία μου να καθαρίσω
σπιτονοικοκύρης καλός και εγώ
όπως άλλωστε και εσύ.
Πασχίζω όλα
τα βρώμικα και σκιερά να εξαφανίσω
ακόμη μια φορά καλά να καθαρίσω
κι ένας θεός ξέρει πως φυτρώνουνε
τόσο πολλά ακριβώς στην οικία μου μπροστά,
 από ανάξια ψίχουλα
 του τραπεζιού και του μυαλού μου
που ξεψειρίζονται μπροστά στο παραθύρι μου
 σπόροι που ούτε τα σπουργίτια καταδέχονται
και που τα σπρώχνω μανιωδώς
στην πόρτα τη δικιά σου
 κάτω από την χαραμάδα που μου χασκογελά
όπως άλλωστε στην χαραμάδα μου
αναμένεις τη σειρά σου να επιστρέψεις

σπιτονοικοκύρης καλός και εσύ.














Η ΛΑΜΠΑ


Περπατούσα και πάλι αργά
χαμένος μέσα στη νύχτα
βήματα βαριά,
τρομαγμένα χωρίς σκοπό κανένα,
πόδια –κουπιά
παφλάζοντα σε θάλασσα δυο σπιθαμές
Πως μπορούσαν άραγε τα κόκαλα 
να έχουν απόψε τόσο βάρος
ή μήπως η λάμπα που με ακολουθεί
και εκπέμπει τόση θλίψη
σκαρφάλωσε στην πλάτη μου
με το θολό της μάτι;
Ίσως ζητά με το δικό της  τρόπο
του κόσμου τη θλίψη όλη
πάνω στη φιλόξενη καμπούρα μου

 να ξεκουράσει…