Πέμπτη, 18 Αυγούστου 2016

ΠΑΤΡΙΔΟΓΝΩΣΙΑ





Κατέβηκαν από τα πέτρινα τα δένδρα χωρίς βοήθεια έτσι όπως ανέβηκαν. Το δηλητήριο του φιδιού μέσα στο νερό της γριάς-πόλης. Η ελπίδα κουρνιασμένη στις κορυφές των δένδρων στα μυαλά των παιδιών. Τότε το ένα παιδί με τον σουγιά αρπάχτηκε με το άλλο. Το φονικό. Ο χρόνος διάτρητος από τον θάνατο γίνηκε γυναίκα ολόγυμνη μέσα στο χωριό των μαγισσών της λήθης. Η μοίρα την ίδια νύχτα άλλαξε σελίδα και γέννησε άλλο παιδί, στις κορυφές των αρχαίων δένδρων.
Αφού έτσι φυσικά και απροσδιόριστα ήταν γραφτό να γεννηθώ, βρήκα τη μνήμη στη γλώσσα, κατάλευκη και πάμφωτη ως φορητό και αφόρητο προσωπείο της μάνας Ήρας που γέννησε και εμένα, αδελφό του Ηρακλή και του Ορφέα και γονατισμένος ικετεύω τον νόστο μου. Διακρίνω επιτέλους σε αυτή τη νέα γέννα μου, την εικόνα της Ιθάκης, σε μια δωρεά όρασης μέσα στου Άδωνη την λίμνη, καθρέπτη της σοφίας των προγόνων μου, που από την αλμύρα του ταξιδιού και την αυταρέσκεια μου θολώνει συνεχώς.