Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2016

ΤΟΥ ΠΑΘΟΥΣ ΑΥΤΟΧΕΙΡΕΣ ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΟΙ.



Και από τότε που δεν με είχε πάρει ο κατήφορος, έμπλεκα όλο με λάθος τρελές. Αυτή όμως η τρελή ήταν γεμάτη από εκπλήξεις και απροσδόκητα και δεν ήξερα, ή μάλλον ήξερα αλλά δεν ήθελα να το παραδεχτώ, ότι με έκανε να ιδρώνω κοντά της και ας εκφύλιζε κάθε προσπάθεια μου για επαφή. Σμήνη γυναικών, πληθυσμοί ερωτικοί θα είχαν εγκατασταθεί στην άπλετη αγάπη που προσέφερα, ακόμη και θηλυκά που βροντοφώναζαν ότι δεν εμπιστεύονται τους άνδρες, αλλά αυτή η ανυπόταχτη ομορφιά, ήταν μοναδική για να σου σπαράξει την καρδιά με την περηφάνεια της που δεν χώραγε κανέναν. Ήταν μια λάθος επιλογή, λάθος κατάθεσης αισθημάτων, όπως τόσες και τόσες που όλοι κάνουμε και επιμένουμε να κάνουμε αυτόχειρες αμετανόητοι.






-Η αρχή είχε γίνει, όταν τραγουδούσε ώρες τον ίδιο σκοπό, δυνατά σαν να με περιφρονούσε, σαν να είχε αποξεχαστεί ναυαγός σε νησί και εγώ να ήμουν τίποτα.
-Σήκωσα τα μάτια μου από τις γάμπες της και την κάρφωσα όσο πιο ερωτικά μπορούσα.
Τι ύφος είναι αυτό; είπε χαμογελώντας.
Ύφος ανθρώπου που σε δαμάζει όποτε θέλει, είπα σκυφτός, με ύφος σαν να το πίστευα το αστείο αυτό που έβγαινε μέσα από το αλκοόλ.
-Τρελός είσαι, μακάρι να είχες λεφτά και τότε το συζητάγαμε,  σαβούρα μου.
Σαβούρα μου! Έπρεπε να το  παραδεχτώ ότι και μετά από ένα μήνα που είμαστε μαζί ποτέ δεν μπόρεσα έστω μια μικρή στιγμή, να τη δαμάσω. Αυτή δεν ήταν γυναίκα ότι και ότι. Ήταν μια ατίθαση αμαζόνα που τον γάιδαρό της είχε δεμένο εκ γεννησιμιού. Ήταν μια βαρύτονος και μάλιστα καλή. Έλεγχε τον άνδρα όπως την φωνή και την ανάσα της που ήταν σαν ρολόι λογικής. Τσιμέντωνε ότι έβρισκε μπροστά της, μαζί  τον έρωτα και όλη την καρδιά σου. Και όλα αυτά υποχθόνια-πονηρά-σαν να άλειφε με βούτυρο την άστοχη επιλογή σου. Κρεμιόσουν από τα κόκκινα χείλη της και ας ήταν με πίκρα ποτισμένα. Γιαυτό και την ερωτεύτηκα σαν ένας δράκουλας που όταν βγαίνει από το φέρετρο, ποθεί απεγνωσμένα, της πρώτης φρέσκιας ανυπότακτης γυναίκας τα κόκκινα χείλη.

Ήπιαμε ένα ποτό μέσα στη σιωπή και έπειτα άλλο ένα. Μέσα στη μουγγαμάρα. Ξαφνικά, από την άκρη του κρεβατιού που βρισκόμουνα και πάλι από πόθο υποχώρησα. Σηκώθηκα και την άρπαξα από τη μέση. Αυτή ατάραχη πάτησε με όλο της το πέλμα το πόδι μου και μου δάγκωσε τα χείλη. Όχι όμως μόνο τα δικά μου αλλά όλων των αρσενικών. Και τότε σκέφτηκα, πόσο αυτή που ερωτεύεσαι μπορεί να είναι μια νοικιασμένη εντύπωση, μια ομορφιά που σε αγνοεί κατάφορα, μια τρομαγμένη εμμονή σου, ή στου έρωτα την θάλασσα που πάντα λυσσομανά,  μια γυναίκα-πλεούμενο και εσύ μόνιμα του πόθου ένας αμετανόητος κολυμβητής να γυροφέρνει.










video