Δευτέρα, 15 Αυγούστου 2016

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΤΙ





Εκείνος ο Αύγουστος της εφηβείας έμελλε, ο γεμάτος μυστήριο κόσμος των κοριτσιών να αρχίσει να αποκαλύπτεται. Έτσι τουλάχιστον νόμιζα, γιατί  πολύ αργότερα ανακάλυψα πως πολύ λίγα πράγματα είχα ανακαλύψει.
Μέχρι τότε η εφηβική αγοροπαρέα μου για παράδειγμα, είχε μαύρα μεσάνυκτα για τα κορίτσια και απλά υποπτευόμαστε γιατί δεν μας μιλούσαν και πολύ. Μπορεί να τους πιάναμε το βυζί, γιαυτό. Είχανε σχηματίσει μια ηλίθια εικόνα για εμάς από τις τρομερές πληροφορίες που κυκλοφορούσαν μεταξύ τους και οι πιο πολλές ήταν από τη μάνα τους ή από ανέραστες μεγαλύτερες αδελφές. Μας θεωρούσαν δηλαδή νεοσσούς επιβήτορες που ξεκίναγαν την καριέρα τους και θολωμένοι τις έβλεπαν μόνο σαν πελώρια βυζιά.
 Μπορεί να θέλαμε να τα πιάσουμε βέβαια, αλλά στην ηλικία μας είμαστε ρομαντικοί και εμείς και η μουσική που ακούγαμε και η επιθυμία μας ήταν απλά να χορέψουμε πρώτα μπλουζ στο πάρτι του καλοκαιριού που περιμέναμε όλοι με αγωνία. Άλλωστε ξεφούσκωτες ήταν ακόμη και ας έβαζαν μπαμπάκια στα σουτιέν. Και σε τελική ανάλυση δεν είχαμε δει κανέναν να πιάνει έτσι στα καλά καθούμενα βυζί, και όσοι κοκορεύονταν ότι δεν ήταν άσχετοι τελικά στο πάρτι παραπατάγανε πιο κόκκινοι από όλους.





Στην αρχή φροντίσαμε να καθίσουμε στο πλάι τους ώστε να βλέπουμε κρυφά την κάθε κίνησή τους. Αυτές βέβαια έδειχναν τάχαμου πλήρη αδιαφορία για την παρουσία μας, γέλαγαν και λικνίζονταν με τη μουσική. Το παιχνίδι άρχισε όταν η μουσική από Rock έγινε Soul με την Gloria Gaynor να προκαλεί με το «do it yourself» και ο Barry White ετοίμαζε με την βραχνή φωνάρα του την ατμόσφαιρα για τα μπλουζ. Τότε οι  καρέκλες που καθόμαστε άρχισαν να γλιστρούν όλο και πιο κοντά στα κορίτσια. Ως καλοί φίλοι βέβαια,  είχαμε επιλέξει ο καθένας την κοπέλα του και αυτό ήταν πολύ βασικό για να μη μπερδευτούμε. Όταν τα φώτα χαμηλώσανε και άρχισε  το πρώτο τραγούδι του Christophe «Oh! Mon Amour» είμαι σίγουρος ότι όλοι ακόμα και οι ψευδό-έμπειροι έκαναν από μέσα τους την προσευχή τους. Μια απόρριψη σήμαινε πειράγματα και στιγματισμό για όλη τη μετέπειτα ζωή. Συνήθως ήμαστε θαρρετά παιδιά στο παιχνίδι μας αλλά τέτοια ώρα η μαγκιά πνίγεται μέσα στο βερμούτ που δεν ξέρω γιατί αλλά αργούσε να κάνει την δουλεία του.
Τα κορίτσια σηκωθήκανε πρώτα και περπάτησαν στο κέντρο του δωμάτιου χορεύοντας στον ρυθμό. Σηκωθήκαμε και εμείς, κοιτώντας με σημασία τον τελευταίο αναποφάσιστο και όλοι προσμέναμε να χαμηλώσουν και άλλο τα φώτα με το δεύτερο τραγούδι. Εγώ πάντως ένοιωθα δίπλα της σαν κούτσουρο, ώσπου σήκωσε το βλέμμα της και το χαμόγελό της είπε το ΝΑΙ.  Όταν στερέωσε τα χέρια της στη μέση μου και εγώ τα δικά μου στην δικιά της απαλά και τρυφερά, όχι σεξουαλικά και τέτοια, την αγάπησα μεμιάς και διόλου δεν με ενδιέφερε να πιάσω το βυζί.
-Ξέρεις ποιος τραγουδάει, με ρώτησε.
Σε αυτό το τραγούδι του Jim Croce το «Time in a bottle» και στα επόμενα πενήντα που χορεύαμε πρέπει να τις είπα μιλώντας ακατάπαυστα πιασμένος από την λυτρωτική ερώτησή της, όλη την ιστορία των τραγουδιών, τους στίχους, τους μουσικούς, ακόμη και πιο ήταν το αγαπημένο τους φαγητό. Και πώς να σταματήσω άλλωστε, όταν γέλαγε και τα χέρια κυκλώνανε πιο σφικτά…
Κάτω από τα πόδια μας εντωμεταξύ ένα σύννεφο μας ταλάνιζε ρυθμικά με το «Le Nuit» του  Salvatore Adamo ή μήπως το πάτωμα είχε υποχωρήσει κάτω από όλων μας τις φτέρνες και αυτό ήταν το πρώτο ερωτικό μεθύσι;