Πέμπτη, 22 Σεπτεμβρίου 2016

ΟΡΑΣΗ





«Το να βλέπεις σε μεγάλη απόσταση,
είναι και να μάθεις να σκέφτεσαι
σε μεγάλες αποστάσεις,
να υπολογίζεις και πίσω από την όραση»




Πριν από έντεκα εκατομμύρια χρόνια περίπου, ένας πίθηκος που ονομαζόταν Ραμαπίθηκος φαίνεται να ανέπτυξε την ικανότητα να στέκεται όρθιος. Άρχισε να προτιμάει το έδαφος από τα δένδρα. Στα επόμενα εννέα εκατομμύρια χρόνια η τάση να βαδίζει όρθιος καθιερώθηκε και ο Ραμαπίθικος έγινε Αυστραλοπίθηκος, ο πρώτος «ανθρώπινος» πρόγονός μας.
Τι διαφορά είχε αυτή η όρθια στάση;
Πρώτα από όλα ελευθέρωσε τα χέρια του για να μπορεί να αμύνεται με μια πέτρα ή ένα κλαδί δένδρου.
Δεύτερον, διεύρυνε τον ορίζοντά του. Αυτό στην αρχή δεν θεωρήθηκε σημαντικό από την Ανθρωπολογία, ίσως γιατί υπάρχουν πολλά ψηλότερα πλάσματα από τον άνθρωπο, αλλά για παράδειγμα, η καμηλοπάρδαλη κι ο ελέφαντας έχουν μάτια στο πλάι του κεφαλιού τους και ο ορίζοντας τους είναι κυκλικός. Ο πίθηκος βλέπει ίσια μπροστά, η όραση του είναι στενότερη αλλά πιο συγκεντρωμένη. Η στενή όραση προκαλεί ανία, αλλά προκαλεί αυξημένη διανοητική δραστηριότητα και περιέργεια. Και όταν η επινοητικότητα και η περιέργεια αναπτύχθηκαν καλά, ένας ορισμένος κλάδος των πιθήκων έμαθε να στέκεται όρθιος και ο ορίζοντάς του διευρύνθηκε με διαφορετικό τρόπο. Έγινε όργανο επιβίωσης και ανέπτυξε την ευφυΐα γιατί ήταν ο βασικός τρόπος να μείνει ζωντανός. Έγινε έτσι, αρετή η ικανότητα να συγκεντρώνει ο άνθρωπος την προσοχή του σε μικρολεπτομέρειες.
Ο άνθρωπος, πιο ανυπεράσπιστος από άλλα ζώα, έπρεπε να μένει συνεχώς άγρυπνος. Αυτή η ικανότητα συγκέντρωσης και υπολογισμού έγινε μέσα στην πορεία του χρόνου τόσο φυσικά ώστε η σκέψη και σε ώρα ανάπαυσης να είναι σε δραστηριότητα. Ο άνθρωπος έτσι, έγινε το μόνο με βούληση ζώο, το πιο επικίνδυνο πάνω στη γη, το ον που δεν αρκείται ποτέ στην ειρηνική συμβίωση για μεγάλα διαστήματα, που εισβάλει στη γειτονική χώρα, καίει και καταστρέφει, βιάζει και ταπεινώνει.







Αυτή η ατέλειωτη παρόρμηση του Εγώ δεν του επιτρέπει να ζει ευτυχισμένος ως δημιουργός πολιτισμού. Αυτός δεν είναι όμως κανόνας. Οι ποιητές , οι καλλιτέχνες και γενικά οι άνθρωποι που δεν έχουν αποκοπεί από τη φύση συναισθηματικά, που διατηρούν νοητικούς δεσμούς με την πρωτόγονη ενστικτώδικη ζωή και την αναπόσπαστη ένωση της ως όλον, είναι οι ικανοί για τις πνευματικές εκτάσεις ή τις ενορατικές και ποιητικές συλλήψεις.
Στο «Συμπόσιο» ο Σωκράτης περιγράφει τον ιδανικό σκοπό: να χρησιμοποιεί ο άνθρωπος αυξημένη γνώση και αυτοσυναίσθηση για να οδηγηθεί σε μια κατάσταση ενστικτώδους ενώσεως με το Σύμπαν.
Στα δυόμιση χιλιάδες χρόνια που πέρασαν όμως από τότε, ο HOMO SAPIENS είναι ελάχιστα πιο «έξυπνος» από έναν έξυπνο πρόγονό του.










Σε αυτή την ιστορική πορεία, η ενορατική προσπάθεια για δημιουργία χρησιμοποίησε πολλά μέσα και τεχνικές.
Από τις ψυχεδελικές αναζητήσεις του ο άνθρωπος, με την χρήση ναρκωτικών ουσιών για να «δει» κάπου πέρα από την πραγματικότητα, να «συνδεθεί» με ασυνείδητες δυνάμεις και με μυστήρια αρχέγονα, ως την σεξουαλική ανεκτικότητα επεδίωξε την απελευθέρωσή του.
Σήμερα βέβαια ακόμη και αυτές οι καταστάσεις έχουν αλλάξει χαρακτήρα. Τα χημικά ναρκωτικά χρησιμοποιούνται μόνο για απόδραση από τον «αποτυχημένο πολισμό» ενώ η σεξουαλική απελευθέρωση ταυτίζεται με τον ηθική εκφυλισμό.
Για αντιπαράθεση σε αυτή την παρανόηση, αναφέρω την χαρακτηριστική περιγραφή από τον Ν τ. Χ. Λόρενς για τα αισθήματα της λαίδης Τσάττερλυ μετά την ερωτική πράξη:

«Καθώς έτρεχε μέσα στο σούρουπο στο σπίτι, ό κόσμος φαινόταν σαν όνειρο. Τα δένδρα στο πάρκο φαίνονταν να φουσκώνουν και να κουνιούνται αγκυροβολημένα μέσα στην παλίρροια και η πλαγιά που οδηγούσε στο σπίτι ήταν ζωντανή».







Αυτή η εκπληκτική αναγνώριση της σεξουαλικής συγκίνησης και της επαφής με τις κρυφές δυνάμεις του υποσυνείδητου είναι η εσωτερική όραση και η δύναμη της δημιουργίας. Είτε ποιητικής είτε οποιασδήποτε εκφραστικής έκρηξης.
Η εκστατική συγκίνηση γεννιέται με ένα πνευματικό δημιούργημα, με ένα έργο τέχνης και όχι με την ένεση σε ένα ινδικό χοιρίδιο σε κάποιο εργαστήριο. Και αυτή η αισθητική εμπειρία που ενεργοποιεί την εσωτερική όραση της φαντασίας προέρχεται από παντού. Από το ήχο ενός μουσικού οργάνου, από τη θέα από μια κορφή ,μέχρι και τα σκληρά εγκλήματα και τους παραλογισμούς της ανθρωπότητας.
Ο Μπρετόν μιλώντας για τις εικόνες της Πικασικής ποίησης, αναφέρει:
 «Το μυστικό ανάπτυξης ποιητικών εικόνων μπορεί να αναχθεί τόσο στην φύση όσο και στην ενόραση του δημιουργού. Τίποτα δεν θα ήταν πιο λαθεμένο και πιο ξένο, από το να σκεφτούμε πως επειδή είναι ποιητικές, δεν έχουν αφετηρία τους την πραγματικότητα»
Και για να επιβεβαιώσει ο Μπρετόν, παραθέτει :

Στο σάβανό του τυλιγμένος ο καπνός
πλάι σε δύο ροζ μπαντερίλιες
κουλουριάζει τα αφηρημένα του σχέδια
πάνω στο κουφάρι του αλόγου
και στην εστία του ματιού του
γράφει στις στάχτες
την τελευταία του θέληση.



Το ποίημα αυτό, όπως εξηγεί ο Μπρετόν, γεννήθηκε από την εικόνα ενός αναμμένου τσιγάρου αφημένου στο σταχτοδοχείο, που μάλλον παρασταίνει ένα κεφάλι αλόγου.
Από αυτή την αρχέγονη κοινή όραση, οι πνευματικές δημιουργικές εκρήξεις ενώνουν τον δημιουργό με τον αναγνώστη με έναν περίεργο τρόπο, διαφορετικό βέβαια, από τους συναισθηματικούς παροξυσμούς που προκαλεί η όραση της καθημερινότητας.
Αυτό το απέραντο κύμα της αισθητικής δημιουργίας που κολυμπάμε , είναι η επαφή με τις παράξενες δυνάμεις που μας περιβάλουν που ταράζουν τα όνειρά μας και διευρύνουν τον ορίζοντα της όρασής μας.



















Από το δοκίμιο συγκριτικής Γνωσιολογίας : 
«ΙΕΡΑ ΜΑΝΙΑ»,

Ενόραση & Δημιουργία.