Κυριακή, 11 Σεπτεμβρίου 2016

«Χίλια Αγάλματα»





Φωτογραφία: 
χειμερινοί πεζόδρομοι
Βρετανικό Μουσείο






Δεν μας άφηναν ούτε ήσυχους για να πεθάνουμε. Μάρμαρο σταθερό μέσα στο χρόνο αυτό, ελαφρόπετρα πάνω στην άμμο εγώ και οι δυο ίσκιοι κλεμμένοι. Κάθε μέρα χωρίς λόγο, του πρότεινα το χέρι. Το άγαλμα τελικά απρόσμενα, σήκωσε το δικό του. Αγκαλιαστήκαμε σαν φίλοι, εξόριστοι φίλοι από τα παλιά. Χέρι με χέρι δραπετεύσαμε, πηδήξαμε τα σύρματα και τρέξαμε όλα τα κράτη τα συννεφιασμένα χωρίς σταματημό κανένα, ώσπου στο τέλος του ορίζοντα μας γέλασε ο ήλιος. Η μοίρα τότε άλλαξε πλευρό και μέσα από αστραπές ένωσε τα χάσματα και το άγαλμα επιτέλους, στο χειμερινό πεζόδρομό του ήσυχο γλυκοκοιμήθηκε.



Από το βιβλίο
 «Ζώα άγρια & οικόσιτα»



video




«Χίλια Αγάλματα»



Ναι, ήτο τη ζωή αυτή
στη δούλεψη του βασιλέα.
Θελήματα πολλά του βασιλέα προσταγές
όλη η ζωή, ύδωρ παράδοση και γη,
και πως άλλως μπορούσε να συμβεί;
Και όταν ο Πέρσης τον απείλησε,
Χαρά, χαρά στα στήθια τα δεμένα,
με τον χαλκό τον σουβλερό,
του έκοψε το αυτί και του΄βγαλε το μάτι,
κι ενοίκησε τον βάρβαρο,
Χαρά, χαρά στα ματωμένα στήθη,
μα πιότερο η πολιτεία τον ετίμησε
«ως αναμνήσαντα» ήρωα
με δίμετρο ολόλευκο άγαλμα,
Σπλάχνο των σπλάχνων της,
αίμα από το αίμα των παιδιών της,
δίπλα σε χίλια αγάλματα
που ορθώνονται ως τείχη μυθικά
γύρω από τις εταίρες της
και τα ταριχευμένα ιδανικά
ο κάθε ήρωας,
άγαλμα στη δούλεψη του βασιλιά.
Και η πολιτεία μάνα μαρμάρινη,
κλωσά τα χίλια αγάλματα
βυζαίνοντας γάλα κι αίμα
Γλύπτης με άγρια μαλλιά
και απύθμενη ματιά,
κάτω από τα νεκρά αγάλματα

που ότι δεν φτάνει τεχνουργεί.