Σάββατο, 15 Οκτωβρίου 2016

«Η κατάρα»





Τούτο το υποκείμενο καταντροπιάζει το όνομα Μανιάτης. Και το όνομα Μανιάτης ο παππούς μου, ο  πατέρας μου και εγώ το τιμήσαμε. Έτσι ο γιος μου ο αλήτης, δεν είναι μόνο  που γίνεται αλήτης και βρωμίζει τον εαυτό του, μα γίνεται και ο μεγαλύτερος εχθρός της οικογένειας. Μπορούσα κι ας με σχωρέσει ο Θεός για το λόγο που ξεστομίζω, να τέλειωνα μια και καλή μαζί του, να τον έβαζα κάτω να τον σφάξω καθώς εκείνος βρώμισε το σπίτι μας. Αλλά Μανιάτης φονιάς και μάλιστα παιδοκτόνος δεν γίνεται. Δεν τον σκοτώνω μα τον κάνω ξένο. Δεν το γέννησα το μπάσταρδο, δεν είναι γιος μου δεν είμαι πατέρας του. Ας τραβήξει τον δρόμο του στα σκατά. Θάρθει ημέρα, που το πτώμα του στο νεκροτομείο άδικα θα περιμένει να το αναγνωρίσουν γιατί δικούς του δεν έχει. Μας αρνήθηκε, μας ντρόπιασε, τον αρνιόμαστε, εγώ, η μάνα του, τα αδέλφια του, τον αντάρτη, τον αναρχικό, το απόβρασμα.





Και επειδή η κατάρα του γονιού πιάνει όταν πηγάζει από το αίμα του και στο αίμα του κυλάει, ήρθε αυτή η ημέρα γρήγορα και ακόμη πιο γρήγορα για τη μάνα. Ο πατέρας πέταξε ένα «αι στο διάβολο και…το ήξερα εγώ» και έκλεισε το τηλέφωνο. Η μάνα όμως σαν τρελή έτρεξε στο νεκροτομείο να αγκαλιάσει για τελευταία φορά το σπλάχνο της. Να του ζητήσει συγχώρηση γιατί η φωνή της δεν τόλμησε να βγει να λογικέψει τον άνδρα της, η έστω, να τον παρακαλέσει την κατάρα να πάρει πίσω. Του χάιδευε ώρα τα μαλλιά και το νανούριζε όπως μικρό παιδί και ψέματα-σαν να ναταν ζωντανός-του είπε, ότι ο πατέρας του είναι απέξω και θάρθει σε λίγο. Την άλλη μέρα την ίδια ώρα χτύπησε το τηλέφωνο και ο υπάλληλος της είπε ότι πρέπει να πάει στο νεκροτομείο. Μέσα στην τρέλα της, χαρά και ελπίδα ξεπήδησε, ότι έγινε το θαύμα, ότι το σχώρεσε ο Θεός και του δωσε, άσωτος γιός ως ήτανε,  μια ακόμη ευκαιρία  και το παιδί ζωντάνεψε. Σαν μπήκε μέσα στο δωμάτιο των ξεψυχισμένων όμως, αντίκρυσε το αναπάντεχο. Δίπλα στον γιό της ο πατέρας του, ο άνδρας της που κρυφά μέσα της βαθιά είχε βουβά ευχηθεί η κατάρα να γυρίσει πάνω του.
«Έπαθε ανεύρυσμα μέσα στη μέση του δρόμου» είπε ο υπάλληλος και αποχώρησε να συνεχίσει τη δουλειά του.
Και όπως τα νεύρα και η αγανάκτηση όταν φωλιάζουν μέσα στην οικογένεια γίνονται τάξιμο στο διάβολο έτσι και ο Θεός δεν έχει λόγο και αποχωρεί. Η μάνα έδεσε τα χέρια τους και αυτό ήταν το τελευταίο που έπραξε. Μείνανε και οι τρείς εκεί, καταραμένοι μέσα στην φορμόλη.









*Να ξέρετε, η κατάρα των γονέων πιάνει πολύ, ακόμη και η αγανάκτησή τους. Και να μην το καταρασθή ο γονιός το παιδί, αλλά μόνο να αγανακτήση μαζί του, το παιδί δεν βλέπει άσπρη μέρα, η ζωή του είναι όλο βάσανα. Ταλαιπωρείται πολύ σ' αυτήν την ζωή. Φυσικά, στην άλλη ζωή ξελαφρώνει, γιατί ξοφλάει εδώ μερικά. Γίνεται αυτό που λέει ο Αββάς Ισαάκ: “Τρώει την κόλαση” (3), λιγοστεύει δηλαδή την κόλαση με τις ταλαιπωρίες εδώ, σ' αυτήν την ζωή. Γιατί ταλαιπωρία σ' αυτήν την ζωή τρώει την κόλαση. Δηλαδή, όταν λειτουργούν οι πνευματικοί νόμοι, αφαιρείται λίγο από την κόλαση, από τα βάσανα. Αλλά και οι γονείς που στέλνουν τα παιδιά τους στον “έξω απ' εδώ”, τα τάζουν στον διάβολο και έχει δικαιώματα μετά ο διάβολος. “Μου τό' ταξες”, σου λέει.


ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΠΑΪΣΙΟΣ