Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2016

«Η οικονομία της ναφθαλίνης στο σχολείο»




Η επιλογή των μελλοντικών επιστημόνων της χώρας μας γίνεται μέσα από τις διαδικασίες των πανελληνίων εξετάσεων που εξακολουθούν να έχουν ως βάση αναχρονιστικά βιβλία και προβληματική ύλη. Εστιάζω το άρθρο στα μαθήματα οικονομίας.
Τα οικονομικά μεγέθη στην εποχή μας γνωρίζουμε ότι μεγάλωσαν με ασύλληπτους ρυθμούς καταστρέφοντας ό,τι προϋπήρχε, ως θεωρία και εφαρμογή. Στις αρχές της δεκαετίας του ΄80 η Κεϋνσιανή αρχή της μακροοικονομικής ρύθμισης θεωρήθηκε ξεπερασμένη και επικράτησε η θεωρία ότι το κοινωνικό κράτος θα πρέπει να συρρικνωθεί. Έτσι θεοποιήθηκε η αγορά, η οποία θεωρείται αλάνθαστη. Δεν επιβραβεύονται πλέον η παραγωγικότητα, η συνεργασία με τα συνδικάτα και η αρμονική συνύπαρξη εργασίας και κεφαλαίου. Σ΄ όλο τον κόσμο οι αποδόσεις καταγράφονται στο χρηματιστήριο και τα χρηματοοικονομικά στελέχη, τα λεγόμενα «χρυσά παιδιά» όχι απλώς απολαμβάνουν υψηλές αμοιβές, αλλά πλουτίζουν. Οι επιχειρήσεις περιορίστηκαν αποκλειστικά στον τομέα της τεχνογνωσίας και η διάθεση φθηνών εργατικών χεριών στις υποανάπτυκτες χώρες οδηγεί σε ασύλληπτης κλίμακας γεωγραφικές μετακινήσεις. Το πρόσταγμα που επικράτησε είναι: «ό,τι πουν οι αγορές».





Ο Γάλλος οικονομολόγος Domel Cohen χαρακτηρίζει την εποχή μας με τον όρο «η ευημερία του κακού». Αντίστοιχα οι μαθητές μας στη Γ΄ Λυκείου διδάσκονται τον όρο «δημιουργική καταστροφή» ως χαρακτηριστικό της οικονομίας, βρισκόμαστε όμως σε μια νέα οικονομία της μεταβιομηχανικής εποχής. Το θέμα των εξετάσεων μάλιστα του προηγούμενου έτους, ήταν η «δημιουργική καταστροφή» με την απαρχαιωμένη αντίληψη. Στον δρόμο της ανάπτυξης λοιπόν με θέματα από την εποχή των σπηλαίων! Πώς να διδαχθούν και να μάθουν με κριτική ικανότητα την οικονομικοκοινωνική πραγματικότητα, που βιώνουν τα παιδιά;
Μεταβήκαμε από την εποχή των φθινουσών αποδόσεων (αγροτική παραγωγή) που διδάσκονται ως νόμο της οικονομίας, νόμο καθολικό και απαραβίαστο, στην περίοδο των σταθερών αποδόσεων (βιομηχανική παραγωγή) και στις αύξουσες αποδόσεις (άυλη παραγωγή). Αυτό λοιπόν αντί να τονιστεί, γίνεται ακριβώς το αντίθετο. Και αυτό το αντίθετο θα είναι το θέμα της οικονομίας στις φετινές εξετάσεις. Η σημερινή οικονομία είναι διαχείριση της πληροφορίας, που οδηγεί σε πλανητικά μονοπώλια. Αυτή η παραγωγή των άυλων αγαθών είναι και το συγκριτικό πλεονέκτημα των πλούσιων χωρών. Ο ρόλος του κεφαλαίου έχει και αυτός διαφοροποιηθεί. Αποτελούσε την προκαταβολή για την αγορά των μηχανημάτων (τεχνολογίας) και της εργασίας, που απαιτούνται για την παραγωγή των αγαθών και αφετέρου κάλυπτε το κόστος ρύθμισης και ελέγχου της παραγωγικής διαδικασίας. Σήμερα όμως το κεφάλαιο είναι ένα άυλο αγαθό που σε περιπτώσεις υψηλής συσσώρευσης (χρηματιστηριακοί κύκλοι) μπορεί να ελέγχει ή και να εκβιάζει μικρές–ενίοτε και μεγάλες–κυβερνήσεις και να υπαγορεύει πολιτικές αποφάσεις. Όπως γίνεται δηλαδή στις μέρες μας. Η επικράτηση του άυλου κόσμου πουθενά αλλού δεν εκφράζεται με μεγαλύτερη ένταση από όσο στον κυβερνοχώρο.





Το πραγματικό πρόβλημα λοιπόν σήμερα είναι πώς θα διατηρήσουμε την επαφή ανάμεσα στο αόρατο σύμπαν του διαδικτύου και στον πραγματικό κόσμο. Αυτή η νέα σύνθεση φυσικά και δεν διδάσκεται ή είναι εκτός ύλης στις εξετάσεις για την εισαγωγή σε δεκάδες σχολές ΑΕΙ και ΤΕΙ. Οι υποψήφιοι δεν διδάσκονται πλέον και τις βασικές έννοιες, όπως το ΑΕΠ, ο πληθωρισμός, τους οικονομικούς κύκλους και κυρίως το αγκάθι της ανεργίας. Παρατηρούμε ότι απουσιάζουν επίσης, οι ερωτήσεις κρίσεως σ΄ ένα μάθημα όπου καθημερινά ως καταναλωτές τα παιδιά, αποτελούν υποκείμενα οικονομικών δραστηριοτήτων. Οι ερωτήσεις που υπάρχουν στο σχολικό εγχειρίδιο ωθούν τους μαθητές στην αποστήθιση και την επιφανειακή γνώση όρων και εννοιών της οικονομικής επιστήμης χωρίς να τους βοηθούν και να τους παρέχουν κίνητρα, να εμβαθύνουν στις γνώσεις και να κάνουν κτήμα τους μια πραγματικά «ζωντανή επιστήμη».
Για να λειτουργήσει και να ανακάμψει το οικονομικό σύστημα, μέσα στο κλίμα της σημερινής αβεβαιότητας χρειάζεται να ξεπεραστούν οι οικονομικοπολιτικές διαφορές των κρατών, η δυσπιστία που έχει δημιουργήσει ο διεθνής ανταγωνισμός και φυσικά οι συνεργασίες είναι αυτές που θα οδηγήσουν το «αναλυτικό» μάτι να κατευθύνει την «αόρατη χειρ» του Ανταμς Σμιθ. Το «αόρατο ρυθμιστικό χέρι» κινδυνεύει να μείνει όμως, «αόρατο» ως και ανύπαρκτο, όταν το εκπαιδευτικό μας σύστημα χαρακτηρίζεται από δυσπραγία ατολμία και αναπαραγωγή παλαιολιθικών οικονομικών θεωριών, εγκλωβισμένο στην εσωστρέφειά του. Όταν η εκπαιδευτική πολιτική χρησιμοποιεί την σοβαρότητα της αποστολής της με τον μανδύα της σοβαροφάνειας, δεν θα μπορέσουμε την αυτοκριτική και την άρση. «Ας βεβαιωθούμε ότι υπάρχει βεβαιότητα σε αυτές τις αβέβαιες εποχές που ζούμε» είχε αναφέρει ο ΜΠΟΥΣ προκαλώντας το γέλιο-σε όλους-σε όλο τον πλανήτη. Μένει να αποδειχτεί στην πράξη αν είχε δίκιο ο πρώην πρόεδρος της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ Άλαν Γκρίνσπαν, που δήλωσε τρεμάμενος ότι επί 40 χρόνια υπηρέτησε λάθος οικονομικό πρότυπο.

Η νέα Ελληνική πραγματικότητα των αδιαφανών αποφάσεων, πρέπει να αφουγκραστεί τις προκλήσεις και να ξεφύγει από τα «μπαλώματα» που έχει στηριχθεί η νεοελληνική οικονομικό-κοινωνική ζωή και να τολμήσει αλλαγές και στη βάση της που είναι η μήτρα των νέων επιστημόνων της. Η γεωπολιτική μας θέση, μας επιτρέπει να βρούμε διεξόδους, ακόμα και στις ιδιοτροπίες που αποτελούν το «άλλοθι» του Ευρωπαίου–Έλληνα που περιμένει λύσεις έτοιμες και η ελευθερία της κοινωνικοοικονομικής σκέψης στο σχολείο να μπει στο επίκεντρο των μεταρρυθμίσεων.