Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2016

«Το Λυπημένο Βιβλίο»






-Που πας; ρώτησε η αδελφή μου, που ήξερε ότι όταν θα γυρίσω θα της φέρω τσιγάρα.
-Έπηξα από τις χαζομάρες της τηλεόρασης, πάω να πάρω μερικά βιβλία.
-Αα ωραία! Θα φέρεις και λυπημένο βιβλίο;
- βέβαια. Όπως πάντα, αφού ξέρεις.
-Θα το διαβάσω πρώτη ε; γέλασε κλείνοντας το μάτι.
Φυσικά και θα το διάβαζε πρώτη γιατί εγώ ποτέ δεν άνοιγα το λυπημένο βιβλίο. Εκτός από την αδελφή μου που δεν είχε λόγο να πιστεύει ότι είμαι περίεργος, οι φίλοι θεωρούσαν ότι ήταν ηλίθιο που πέταγα το μικρό χαρτζιλίκι μου αγοράζοντας κάθε φορά και ένα λυπημένο βιβλίο.





Η ιστορία του άρχισε τυχαία, την κατάλληλη όμως στιγμή, γι’ αυτό και ήμουν τόσο δεμένος και πιστός με την τελετουργία της αγοράς του. Μια Κυριακή μελαγχολίας και αναβολής της εκδρομής του σαββατοκύριακου μετά από άγριο καυγά με την κοπέλα μου, αποφάσισα να επισκεφτώ το αγαπημένο μου βιβλιοπωλείο με τα παλαιά βιβλία, να κλειστώ μετά στο δωμάτιο μου με μουσική και ανάγνωση και να χαθώ σε κάποιο ταξίδι που θα ερχόταν ως συνήθως μέσα από τις σελίδες του.
Στο κέντρο της πόλης δίπλα από τα μεγαθήρια βιβλιοπωλεία με τους βαρύγδουπους εκδοτικούς οίκους στην βιτρίνα τους, υπήρχε αυτό το μικρό μαγαζάκι με την αρχαία ταμπέλα που μέσα του κρύβονταν ότι σαβούρα έχει γραφτεί αλλά και σπάνιοι θησαυροί. Μεταχειρισμένα βιβλία, παλαιές εκδόσεις, όλα σε ντάνες σαν τούβλα που περιμένουν κάποιο χέρι να τα σηκώσει με την πίστη ότι θα χτίσει κάτι αξιόλογο μέσα του. Χανόμουν μέσα στον χώρο του, βουτούσα σαν μέσα σε ταινία ασπρόμαυρη και πάντα έφευγα πάντα με πέντε βιβλία, συνήθως στην τιμή του ενός από ότι στα παραδίπλα βιβλιοπωλεία. Εκείνη την Παρασκευή ανακάλυψα το πρώτο λυπημένο βιβλίο. Χαζεύοντας τίτλους, εξώφυλλα και οπισθόφυλλα-και στα κλεφτά μυρίζοντας και τις σελίδες-και ενώ έψαχνα για το τελευταίο, έπιασα στα χέρια μου ένα βιβλίο με το όνομα της. Μάλιστα, ο συγγραφέας ήταν Γάλλος όπως Γαλλίδα ήταν και η κοπέλα μου. Στο κιτς εξώφυλλο, πάνω σε μια γέφυρα, αχνά διακρίνονταν δύο ερωτευμένοι. Πολλές οι συμπτώσεις σκέφτηκα, πάνω σε γέφυρα γνωριστήκαμε αφού τσουγκρίσαμε με τα ποδήλατα.






Το άνοιξα κρυφά και γρήγορα να μη με δει η διπλανή μου αναγνώστρια που κρατούσε  «Τα Γόνιμα μάτια»  του Paul Eluard
Φαίνεται, σκέφτηκα, πως ήθελε λίγη χαρά και να το φέρω στην βιβλιοθήκη μου, όπως και έκανα.
Μαζί του βέβαια όπως και με τα επόμενα λυπημένα βιβλία που αγόραζα σε κάθε επίσκεψη στο βιβλιοπωλείο δεν αντάλλαξα ούτε κουβέντα. Υπάρχουν όμως στιγμές που όταν η μελαγχολία γκρινιάζει σαν κακομαθημένο παιδί, ψάχνω για απάγκιο την παραμερισμένη αυτή γωνιά της βιβλιοθήκης που μέσα της ζουν τα λυπημένα βιβλία. Οι πολυφορεμένες ιστορίες του έρωτα που ποτέ δεν με άγγιξαν με τα λόγια της αιώνιας πίστης και αγάπης.








Κι όμως, κατά περίεργο τρόπο σε αυτή την γωνιά των αδιάβαστων βιβλίων, των αποδιωγμένων στραβών και γλυκανάλατων ερώτων που πάντα κορόιδευα, βρίσκω το απάγκιο να ξαποστάσει ο στερεωμένος στη μαρμάρινη λογική, στιγματισμένος με χρεωμένα ερωτικά  μητρώα εαυτός μου.