Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016

Δύο μικρές ιστορίες άνεργων αριθμών. Του Θανάση Πάνου








Ήταν όλοι παρόντες. 
Αυτό δεν ήταν όνειρο, ήταν συμπόσιο γιορτινό με όλους τους θαμμένους συγγενείς του. Βλέποντας όλους εκείνους, που μικρό παιδί τον γέμιζαν φιλιά, τσιμπήματα στα μάγουλα και δώρα, στην αρχή χαμογέλασε, μα ποιος ξέρει πόσο ελάχιστα, μιας και στα όνειρα ρέει περίεργα ο χρόνος.
Όμως η αίσθηση αυτή δεν κράτησε ολονυχτίς. Σαν να άνοιξε αχτίδα σκοτεινή, τα πρόσωπά τους έγιναν στριφνά, άγριας ασχήμιας τέρατα και δείχνανε σα να θέλανε να τον καταβροχθίσουν. Ακόμη και οι γιοί που δεν έκανε τον κοίταγαν με μίσος.
 Όλη αυτή η απρόσμενη επίσκεψη που εξελίχθηκε σε τρόμο τον έκανε να σπαρταρά μέσα σε ανήλεο πανικό με κλάματα ρυάκια ασταμάτητα. 
Και αυτοί εκεί, να ουρλιάζουν μοχθηροί και τη νύχτα να κάνουν αναπάντεχα μεγάλη.
Τους φώναξε, τους εξήγησε γιατί, γιατί τα όνειρα τους δεν εκπλήρωσε, γιατί δεν έγινε τρανός συνεχιστής του ονόματος τους. Τους έλεγε και ξαναέλεγε μέσα στα κλάματα του, ότι σήμερα έχουμε πόλεμο σκληρό, ανήθικο χωρίς έλεος, ότι η ζωή δεν είναι όπως τα χρόνια τα δικά τους.
Αφού είπε αυτά και απάντηση καμία δεν πήρε και με όλους ως εχθρικό άρμα να τον πλακώνουν, χωρίς καμιά συγχώρηση απέναντί του, άνοιξε τα μάτια του και συντετριμμένος από τις τύψεις έπεσε νάνος κατάχαμα, ένας άνεργος άνθρωπος μισός, που δεν μπορεί να διαπραγματευτεί ούτε μια συμφωνία ειρήνης με τα ίδια του τα σπλάχνα.







Συγγένειες στον ίδιο τόπο κυττάρων,
εγκώμια του ομομήτριου της ιερής και ανίερης καταγωγής
συγγένειες με ράφια γεμάτα ξεθωριασμένες φωτογραφίες,
στα δίχτυα του χρόνου αναμνήσεις πού απαιτούν

πίσω από χλωμά χαμόγελα.









Η ΕΥΤΥΧΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΛΥΣΗΣ



Ο Γιώργος βλαστήμησε άσχημα. Μόλις εκείνη τη στιγμή θυμήθηκε το σημαντικότερο γεγονός στη ζωή του ανθρώπου.  Έριξε μια ματιά γύρω του. Ο διευθυντής ακόμα φώναζε και σαν να μην έφτανε αυτό, τον απειλούσε ότι θα τον διώξει, μετά από δέκα χρόνια υποταγής στις θελήσεις της εταιρείας. Χωρίς να διστάσει, δρασκέλισε προς το παράθυρο και κρεμάστηκε στο κενό. Δυόμιση περίπου μέτρα τον χώριζαν από το έδαφος. Αφέθηκε να πέσει. Δάγκωσε τα χείλη του και συγκράτησε με κόπο τον εαυτό του να μην ουρλιάξει από τον πόνο. Πριν προλάβει να συνέλθει και να σηκωθεί δέχτηκε δύο χτυπήματα, τόσο δυνατά, ώστε το δέρμα του μελάνιασε μεμιάς. Ο διευθυντής τον κοίταζε κοροϊδευτικά, όπως ένας μεγάλος παρακολουθεί ένα παιδί να προσπαθεί να τα βγάλει πέρα σε μια χαμένη μάχη.
«Νομίζεις ότι θα πάρεις και αποζημίωση; τουλάχιστον θα καταλάβεις ότι είσαι ένα μηδενικό ένας ακόμα αριθμός στους τόσους εργαζόμενους μας» άκουσε τον εργοδότη του που έδειχνε πλέον φανερά να το διασκεδάζει. Άρχισε να βυθίζεται εξουθενωμένος σε απόγνωση βαθιά. Τον ξύπνησε ο ήχος βημάτων, άνοιξε τα μάτια και είδε μπροστά του την δίψα της εκδίκησης για άλλη μια φορά. Θα κάψει ολόκληρη την πόλη αλλά ο διάβολος θα πάρει μαζί του τον διευθυντή και όλη την εταιρεία.







Διαλυμένος έφτασε στο σπίτι του. Από τον ιερό τόπο της οικίας του, ακούστηκε ένας πνιγμένος ήχος. Χρειάστηκε να περάσουν μερικά δευτερόλεπτα, για να καταλάβει πως κάποιος έκλαιγε εκεί μέσα.
«Δεν μπορεί να είναι άλλη από τη Ντίνα μου» συλλογίστηκε κι ήταν η πρώτη φορά μετά από τόσες βασανιστικές ώρες, που η καρδιά του χτύπησε χαρούμενα στο στήθος του. Ακούμπησε το χέρι του απαλά, στο χερούλι της πόρτας, δεν ήθελε να την φοβίσει με τα χάλια του.
 Το χερούλι είχε φτάσει τώρα όσο έπαιρνε χαμηλά. Η πόρτα όμως δεν υποχώρησε. Ήταν κλειδωμένη. Κόλλησε τα χείλη του κοντά στην κλειδαρότρυπα και την κάλεσε με σιγανή όσο μπορούσε φωνή. «Ντίνα» , ψιθύρισε , «Ντίνα» , άνοιξέ μου, είμαι εγώ ο Γιώργος. Από μέσα, ακούστηκε ένας πνιγμένος ήχος. Μετά, βήματα που πλησίαζαν. Ένας σύρτης τραβήχτηκε, αλλά η πόρτα δεν άνοιξε. «Είναι κλειδωμένη από έξω» ακούστηκε τότε, πνιχτή η φωνή της. «Φοβάμαι Γιώργο».
Αυτό ήταν! Όρμησε σαν τρελός πάνω στην πόρτα, την σφυροκόπησε με τις γροθιές του κι ενώ αισθανότανε το κρέας να λιώνει κάτω από τα χτυπήματα του, συνέχιζε και όσο ο πόνος τον ζάλιζε ριχνόταν στη πάλη με μεγαλύτερη ορμή. Το αίμα είχε γεμίσει την πόρτα αλλά η μανία στη σκέψη ότι η Ντίνα κινδύνευε τον είχε μετατρέψει σε γίγαντα. Η πόρτα έσπασε, έγινε χίλια κομμάτια και έτρεξε προς το μέρος της.
Η νοσοκόμα τον κοίταξε επιτιμητικά. Γονάτισε δίπλα στο κρεβάτι και παρακάλεσε την γυναίκα της ζωής του να τον συγχωρήσει που βρισκόταν μακριά της την πιο σημαντική στιγμή της ζωής τους. Εκείνη σήκωσε τα ματόκλαδά της και του χαμογέλασε τρυφερά. Ένοιωσε τον λαιμό του να φουσκώνει από λυγμούς ευτυχίας όταν του έδειξε το βρέφος.
«Είναι αγόρι!» ξεφώνισε με ενθουσιασμό.
Ξανακοίταξε το ροδαλό προσωπάκι του μωρού. Του πρώτου παιδιού τους.
«Αγάπη μου», μίλησε πνιχτά, δε θέλω να πάρει το όνομά μου. Αν μου μοιάσει θα γίνει λίγος, σαν εμένα.
«Τέτοιος θέλω να γίνει» είπε τρυφερά η Ντίνα.
Πήρε βαθιά ανάσα. Γεώργιος Ευαγγέλου, του Κωνσταντίνου είναι το όνομα μου, μπέμπη! Μα σε προειδοποίησα, να ξέρεις. Στο πρόσωπό του φεγγοβολούσε ένα αστείο χαμόγελο. Μετά από την τρομερή δοκιμασία της απόλυσης η καρδιά του ήτανε τώρα, γεμάτη.