Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2016

Ντῖνος Χριστιανόπουλος – 4 Ποιήματα







«η θάλασσα» (1962)
«απολογισμός της μοναξιάς» (1953)
“Τ Δάσος”
«βρόχος»



Ντνος Χριστιανόπουλος (γεν. 1931)
 ψευδώνυμο το Κωνσταντίνου Δημητριάδη.
Ποιητής, πεζογράφος, φιλόλογος 
κα κριτικς
 π τ Θεσσαλονίκη.



Μουσική:
Αντώνης Λυμπερίδης -κιθάρα
Θανάσης Πάνου-πνευστά-μπάσο
Τάσος Μισύρης -κρουστά

Οπτικοποίηση:
Θανάσης Πάνου



video






«η θάλασσα»
.

θάλασσα εναι σν τν ρωτα:
μπαίνεις κα δν ξέρεις ν θ βγες.
Πόσοι δν φαγαν τ νιάτα τους –
μοιραες βουτιές, θανατερς καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια θέατα,
ρουφχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.
λίμονο ν κόψουμε τ μπάνια
Μόνο κα μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
λίμονο ν προδώσουμε τ θάλασσα
Γιατ χει τρόπους ν μς καταπίνει.
θάλασσα εναι σν τν ρωτα:
χίλιοι τ χαίρονται – νας τν πληρώνει.

(1962)










«απολογισμός της μοναξιάς»



Σπασμένες μέσα μου εκόνες νταπόκρισης,
ρήμαγμα μέσα σ ξένες γκαλιές,
πελπισμένο κρέμασμα π λαγόνια ξένα.
Πέσιμο κε πο μοναχ μοναξι δηγε:
ν ποτάξω κόμη κα τ πνεμα μου,
ν τ προσφέρω σν τν σχατη ποταγή.

(1953)






“Τ Δάσος”



Δν ξεριζώνονται ο νύχτες π μέσα μας,
βλασταίνουν φύλλα κα κλαδι
κι ρχονται τ πουλι το ρωτα κα κελαηδονε.

Δν ξεριζώνονται ο νύχτες π μέσα μας,
ο σπόροι τους φυτρώνουν δάσος σκοτεινό,
στς λόχμες του φόβος νεδρεύει.

Ζα μικρ κα ζα γρια τ κατοικον,
χεντρες ρπουν κα ρημάζουν τς φωλιές μας,
λιοντάρια τοιμάζονται ν μς ξεσκίσουν.

Δν ξεριζώνονται ο νύχτες π μέσα μας,
γιναν δάσος σκοτειν κα μς πλακώνουν.
(π τ Συλλογή: « λλήθωρος»)









«βρόχος»



Τώρα πο σ᾿ χω διαγράψει π᾿ τν καρδιά μου,
ξαναγυρνς λο κα πι πολ πίμονα,
λο κα πι πολ τυραννικά.
Δν χουν λεος τ μάτια σου γι μένα,
δν χουν τρυφερότητα τ λόγια σου,
τ δάχτυλά σου γιναν τώρα πι σκληρά,
γιναν πι κατάλληλα γι τ λαιμό μου.









ΤΙ ΝΑ ΤΑ ΚΑΝΩ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΣΑΣ

Τί ν τ κάνω τ τραγούδια σας
ποτ δ λένε τν λήθεια
κόσμος ποφέρει κα πον
κι σες τ δια παραμύθια

Τί ν τ κάνω τ τραγούδια σας
εναι πολ ζαχαρωμένα
ταιριάζουν σ σοκολατόπαιδα
μ δ ταιριάζουνε γι μένα


Ποιήματα
κδ. Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη, 1992











ΜΕ ΚΑΤΑΝΥΞΗ



λα ν νταλλάξουμε κορμ κα μοναξιά.
Ν σο δώσω πόγνωση, ν μν εσαι ζο,
ν μο δώσεις δύναμη, ν μν εμαι ράκος.
Ν σο δώσω συντριβή, ν μν εσαι μοτρο,
ν μο δώσεις χόβολη, ν μν ξεπαγιάσω.
Κι στερα ν πέσω μ κατάνυξη στ πόδια σου,
γι ν μάθεις πι ν μν κλωτσς.












ΟΤΑΝ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ




ταν σ περιμένω κα δν ρχεσαι,
νος μου πάει στος τσαλακωμένους,
σ᾿ ατος πο ρες στέκονται σ μία ορά,
ξω π μία πόρτα μπροστ σ᾿ ναν πάλληλο,
κι κλιπαρον μ μία ατηση στ χέρι
γι μία πογραφή, γι μία ψευτοσύνταξη.
ταν σ περιμένω κα δν ρχεσαι,
γίνομαι να με τος τσαλακωμένους.









ΤΕΛΟΣ



Τώρα πο βρκα πι μίαν γκαλιά,
καλύτερη κι π᾿ ,τι λαχταροσα,
τώρα πο μο ρθαν λα πως τ θελα
κι ρχίζω ν βολεύομαι μς στν κρυφ χαρά μου,

νιώθω πς κάτι μέσα μου σαπίζει.