Κυριακή, 22 Μαΐου 2016

«Η αδηφάγα χαραμάδα»











Μερικά έρποντα, συμπεριλαμβανομένων και των σκορπιών, έλκονται από την χαραμάδα της πόρτας του σπιτιού μου, ίσκιοι πίσω από θάμνους, κάτω από πέτρες, πάνω σε δένδρα, όντα που καιροφυλακτούν με μόνο στόχο, στη χαραμάδα της δικής μου πόρτας να γλιστρήσουν. Ωστόσο, κάθε που ανοίγω το παράθυρο πασχίζω να αφουγκραστώ ύποπτες κινήσεις μα πάντα ο ηγέτης βάτραχος αγορεύει, έχοντας μάλιστα και την πλάτη γυρισμένη στο δικό μου κόσμο. Όμως γνωρίζω καλά πως είναι η στρατηγική τους, ένας αντιπερισπασμός, ένα πρόσχημα γαλήνης, που θα οδηγούσε το άβατο της υπέρ-ερωτικής μου πόρτας να διασχίσουν. Κάποτε μάλιστα πλησίασε σφυρίζοντας όλο χάρη με ανατολίτικο σκοπό μια οχιά, που παραλίγο να με υπνωτίσει. Την πρόδωσε όμως το αδηφάγο βλέμμα της, που έλαμψε χορεύοντας στις χαραμάδας το ρυθμό. Θυμάμαι ολοκάθαρα ότι τότε αγρίεψα περισσότερο και με καρφιά και με στριγκλιές σφράγιζα την πόρτα αλλά κάποιο καρφί συνάντησε μέσα στην καρδιά μου όλων των όντων την αθωότητα και αποδέχτηκα έτσι, την συνάθροιση των αντιπάλων μου.










Με τον καιρό, η πόρτα γιγαντώθηκε έγινε πλατυπόδαρο στόμα και χάσκουσα ελεύθερα η χαραμάδα, βαμμένη από όλες τις αιμορραγούσες πληγές των εφηβικών ονείρων έγινε μια μόνιμα μελανηφόρα νύχτα. Το σπίτι μου είναι πλέον ένα μικρό κρατίδιο στην χαραμάδα κουρνιασμένο, μέσα σε ξύλινο κλοιό από φλογισμένα έρποντα που έρχονται και έρχονται ανεξάντλητα από όλες τις κοιλάδες των εφιαλτών, από όλες τις χαλικιές της κοίτης μου της νεανικής, απότοκα από σατανικές ωδίνες. Με τα χρόνια, έπαψα πια να πασχίζω για το μέλλον, μιας και δεν μπορώ πλέον να εκτελέσω ούτε τα καθημερινά μου καθήκοντα. Έτσι με τον καιρό, στα θετά παιδιά μου προστέθηκαν και φυλές βουνίσιες σκαθαριών μεταναστών που γύριζαν φαινομενικά άσκοπα πηδαλιουχούμενα από την λοβοτομή τους και εκεί έξω, στις αγριελιές μου ηδονικά βατεύονται πολλαπλασιαζόμενα, σφυρίζοντας… Πατέρα!







Πάει καιρός, που δεν πίνω, δεν καπνίζω, δεν τρώω ... και όταν τα βλέφαρά μου ζυμάρια κούρασης και αϋπνίας πεταρίζουν και πάλι μυριάδες ράτσες μέσα απ’ την σκέψη ξεπετάγονται και σ΄ όλες τις πλευρές και τις απόκρυφες γωνίες αφοδεύουν, θετά παιδιά που σε ακόλαστους έρωτες επιδίδονται και με γλοιώδη αυγά την κάθε σπιθαμή και όλες του μυαλού τις εσοχές μου κατακλύζουν.
Βέβαια, υπάρχει και η πιθανότητα πίσω από την πόρτα μου να είναι το απόλυτο κενό. Έχω λοιπόν στην κουζίνα μου δυο λόφους άμμο θερμή, μίγμα δικής μου επινοήσεως που μέσα της με μια βουτιά το σώμα μου εθελοντικά θα εξαϋλώσω. Άλλωστε, δεν πεθαίνουμε, απλά γινόμαστε αλλόκοτα πιο δυνατοί από όσο το γήινο το σώμα μας αντέχει. Εγώ πάντως, κουφάρι φαγωμένο αυτό το σώμα δεν θέλω να το φανταστώ, να ροκανίζετε σαν πετσί κατσαρίδας από τα έρποντα νόθα παιδιά, αδηφάγα, λαίμαργα, σαν σε συμπόσιο υδραυλικών με σωληνώσεις με εσωτερικές στοές και απερίγραπτες διεξόδους.










Σε άλλη μια έκρηξη της λογικής πριν ακριβώς ανοίξει η έσχατη θύρα οριακά συνήλθα, και προσπαθώντας να κρατήσω την αξιοπρέπεια της λεοντής μου, αποφάσισα την μετακόμιση σε άλλο σπίτι, χωρίς πόρτα, χωρίς χαραμάδα. Φυσικά, με την σοφία του χθες έλαβα τα μέτρα μου και πρώτος, απαράκλητος και μοναδικός όρος στη διαθήκη μου είναι, να παραδοθεί το σώμα μου στη φωτιά και η τέφρα μου την χαραμάδα του σπιτιού μου να σφραγίσει, στομώνοντας στο γήινο καβούκι μου και το προπατορικό αμάρτημά μου.