Τρίτη, 3 Μαΐου 2016

Ο ΕΠΙΤΗΡΗΤΗΣ














Το φορείο βγήκε από το ασθενοφόρο και με ταχύτητα οι νοσοκόμοι κατευθύνθηκαν στην αίθουσα των επειγόντων περιστατικών του νοσοκομείου. 
-Ο επιτηρητής είναι, ψιθύρισε ο συνοδός αστυνομικός  στον γιατρό, παλιό συμμαθητή του. Ο Γιατρός κοίταξε τον τραυματία στα μάτια.
 –Ο Επιτηρητής! Μάλιστααα! Μάλιστααα!
Πολλοί πρώην μαθητές του , ενήλικοι πλέον δεν θυμόσαν τι μάθημα δίδασκε, μόνο ότι ήταν ο επιτηρητής, ο μισητός δεσμοφύλακας και καταπιεστής τους. Μετά την νάρκωση της εγχείρησης άνοιξε τα μάτια και κοίταξε ζαλισμένος γύρω του.
-Μάλιστααα! Μάλιστααα!  Όλα πήγαν καλά κύριε επιτηρητά! του ψιθύρισε ο γιατρός. Είμαι παλιός μαθητής σας. Ο Μπικάκης.
Έκλεισε πάλι τα μάτια του. Επιτηρητής! Χρόνια είχε να ακούσει να τον αποκαλούν έτσι. Και αυτό το «Μάλισταα! -Μάλιστααα!» του θύμισε τόσα πολλά… Από τις δικές του αναμνήσεις και από την πείρα του ήξερε πως ο νους των μαθητών ήταν πάντα στα καλαμπούρια, στα πειράγματα στις φάρσες και ήξερε πολύ καλά πόσο δύσκολο ήταν να συγκεντρωθούν .Για τον λόγο αυτό είχε γίνει ένας ανάλγητος δάσκαλος με αυστηρές αρχές όπως άλλωστε είχε μεγαλώσει και ο ίδιος. Μα αυτό που τον έκανε μπαμπούλα στα μάτια των μαθητών ήταν η εμμονή στην απόλυτη πειθαρχία  και η αυστηρότητα της επιτήρησης του  ακόμα και στα ολιγόλεπτα τεστ.  Είχε αποκτήσει μάλιστα  όνομα με παρατσούκλι  για αυτές του τις εμμονές,  όχι μόνο στο σχολείο του αλλά και στα άλλα σχολεία.
Δεν τον πτοούσε όμως τίποτα. 
Τι και αν τα παιδιά δεν του είπαν ποτέ χρόνια πολλά για την γιορτή του , τι και αν δεν τον ήθελαν ποτέ στις εκδρομές τους , αυτός είχε αναγάγει σε επιστήμη την επιτήρηση.  Είχε αναπτύξει  μάλιστα και διάφορες τεχνικές εκφοβισμού , κυρίως με το βλέμμα , που τον έκαναν τον πιο μισητό δάσκαλο.  Όταν έπιανε τα σκονάκια , τα σωτήρια χαρτάκια που επιμελώς είχαν προετοιμαστεί για την αντιγραφή, μόνο τότε θριάμβευε ένα μεγάλο χαμόγελο στο πρόσωπό του. Και πάντα , ακολουθούσε  η ίδια λέξη:
-Μάλιστααα! Μάλιστααα! Κάγχαζε επαναλαμβάνοντας εκνευριστικά μέσα από τα σφικτά χείλια του. Η  υπόθεση θα πάει στον διευθυντή.
Ήξεραν πολύ καλά όλα τα παιδιά αυτό το «μάλιστααα». Την στέρηση που  σήμαινε αυτή η λέξη . Την κατσάδα από τον διευθυντή και τους γονείς, την αποβολή δύο και τρείς μέρες μα πιο πολύ την καταρράκωση της αξιοπρέπειας.
-Αύριο , Μπικάκη, δεν θα έρθεις σχολείο εσύ. Οι γονείς σου θα έρθουν.
Ο Γιατρός μετά από τόσα χρόνια , θυμόταν ακόμα την αδικία της αποβολής του. Τον ανένδοτο Επιτηρητή , που δεν ήθελε να ακούσει καν την απολογία του. Και τον έπνιγε το δίκιο. Και η  αδικία σε ένα παιδί είναι η χειρότερη πληγή, ένα τραύμα που δεν επουλώνεται ποτέ. Ειδικά και όταν συνοδεύεται από ποινές που πληγώνουν πολύ, όπως η δικιά του. 
Ήταν λίγο πριν τα Χριστούγεννα που συνέβη η αποβολή από το σχολείο και η αντίστοιχη μεγαλύτερη τιμωρία από τους γονείς. Η στέρηση του δώρου που περίμενε με αγωνία όλη την χρονιά. Την Fender , την ηλεκτρική κιθάρα που ονειρευόταν και που θα τον έκανε πρώτο σολίστα  στη σχολική Rock  μπάντα.
 Γιατρός σήμερα, έδινε καθημερινά μάχες με πληγές και τραύματα , με ανθρώπους βουτηγμένους στον πόνο και ούτε μια φορά δεν βαρυγκώμησε, δεν εγκατέλειψε την προσπάθεια για βοήθεια. Δεν ξεχώρισε ποτέ ασθενή, εθνικότητα, ηλικία , ή οικονομική επιφάνεια.  Αυτή τη στιγμή όμως, το παιδικό του τραύμα του γέννησε αμφιβολίες , αν όλοι οι άνθρωποι αξίζουν την αγάπη. 
Κάθισε δίπλα στον επιτηρητή , τον γερασμένο δάσκαλο και του έπιασε το χέρι.  
Ο επιτηρητής , άνοιξε κάποια στιγμή τα μάτια και προσπάθησε να ψηλαφίσει με το αδύναμο χέρι του το εγχειρισμένο σημείο.
--Μπικάκη… πως είναι η ζωή σου;
-Καλά κύριε επιτηρητά… πέστε μου όμως, ποιόν να ειδοποιήσουμε  να έρθει στο νοσοκομείο;
-Κανέναν!
-Μα γιατί, όλα πήγαν καλά, δεν θα ανησυχήσει ο δικός σας άνθρωπος…
-Κανέναν Μπικάκη… όταν λέω κανέναν , εννοώ ότι δεν έχω κανέναν…
-Ο γιατρός σκέφτηκε, πως δεν είχαν φανταστεί, δεν είχαν σκεφτεί ποτέ τα παιδιά πως μπορεί να είχε οικογένεια ο επιτηρητής.  Άλλωστε ποτέ δεν τον είχαν δει στις εκδηλώσεις με δικούς του ανθρώπους.
-Μπικάκη, σε ευχαριστώ, σε ευχαριστώ για την βοήθεια που μου προσφέρεις. Πως θα στο ανταποδώσω παιδί μου;
-Υπάρχει τρόπος , κύριε επιτηρητά… να ακούσεις την απολογία μου για την αποβολή που μου έδωσες και δεν άκουσες ποτέ…
-Την απολογία σου; εντάξει , αν και δεν βλέπω το νόημα…
-Ίσως αναγνωρίσετε ότι το σφάλμα ήταν δικό σας και ότι με αδικήσατε , είναι σημαντικό για εμένα… Λοιπόν, έγραφα συγκεντρωμένος όταν μου πέταξαν από το διπλανό θρανίο ένα σκονάκι που προοριζόταν για τον διπλανό μου… εγώ απλά, προσπάθησα να το πετάξω κάτω…
-Μάλισταα!  Μάλισταα! Σε είδα, σε πήγα στον διευθυντή και έφαγες αποβολή. Διαβολόψειρα ήσουνα και εσύ όπως όλη η τάξη σου! Σου εφιστώ την προσοχή όμως, στο εξής σημείο: Στον στρατό, Μπικάκη, δεν έχει σημασία ποιος είναι υπεύθυνος για μια ανωμαλία, αυτό που έχει νόημα είναι ο παραδειγματισμός , η τιμωρία… Και το σχολείο είναι στρατός… Και το ουσιαστικό είναι πως σήμερα είσαι ένας γιατρός…

-Ο τρόπος όμως… δεν ήταν ενδιαφέρον για την ανάπτυξη της προσωπικότητας μας αυτό που εισπράξαμε ως παιδιά, αλλά το μόνο ενδιαφέρον που βλέπαμε ήταν για τυφλή υποταγή στους κανόνες και την επιβολή νεκρικής σιγής.
-Ας προχωρήσουμε τότε, πιο πολύ. Ας πάρουμε ως δεδομένο την αδικία. Σε ερωτώ λοιπόν: Επιτρέπεται ο δάσκαλος να αδικήσει; Βεβαίως και μπορεί. Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι είναι άνθρωπος τιμιότατος. Τιμιότατος και με παρωπίδες ! Συγνώμη παιδί μου, Συγνώμη, ψέλλισε πάλι ο επιτηρητής και κουρασμένος αποκοιμήθηκε.
Ο γιατρός το βράδυ αυτό μπήκε στο διαδίκτυο και έστειλε ένα μήνυμα σε όλους τους συμμαθητές του.
«Ο επιτηρητής είναι στην εντατική, ζήτησε συγνώμη»
Το πρωί όλη η τάξη ήταν δίπλα του.


Η έκπληξη και η χαρά του ήταν βέβαια μεγάλη αλλά ανακάλυψε μέσα από τις αναμνήσεις των μαθητών του ότι όλοι είχαν κάνει σκονάκια, όλοι είχαν αντιγράψει και ότι αυτός που παινευόταν για την τέλεια επιτήρηση δεν είχε δει παρά μόνο τα εξόφθαλμα.