Σάββατο, 2 Απριλίου 2016

ΩΜΕΓΑ





Στη γη μου καθόμουν και ξαπόσταινα.
Συναισθάνθηκα κάποια στιγμή πως είμαι δύο άνθρωποι. Ο ένας αγρότης ήσυχος καλλιεργητής ξύπναγε με την πρώτη ηλιαχτίδα και έσπερνε ζωή. Ο άλλος εαυτός μου ξύπναγε με το φεγγάρι και έσκαβε τη γη παρέα με γέρικα φαντάσματα που κουβαλούσαν λάδι. Τάφους άνοιγε, έτσι για να υπάρχουν, έτοιμα ανάκλιντρα και μάλιστα εξοπλισμένα με λάδι και αγιορείτικο λιβάνι  για τα κανδήλια των νεκρών μου. Ώσπου μια μέρα που ξεχασμένος σκάλιζα ως τη βραδιά την τελευταία σπιθαμή της, συναντήθηκαν οι δύο εαυτοί και έκπληκτοι τον είδαν για πρώτη τους φορά. Κάλπαζε ιππότης με την φαρέτρα του γεμάτη παγετό.
Στη γη μου καθόμουν και τον κοίταζα.
Ύπουλος, άσπονδος εχθρός,
κούρνιασε μέσα μου
και από τη ματιά και των δύο εαυτών μου
όλοι ένοιωθαν πια αυτόν τον παγετό.
Του τέλους η σκέψη ήτανε και ο τελευταίος ταυτόχρονα εχθρός.
Έκτοτε εκτίω την πορεία μου και με τους δύο εαυτούς καβάλα στο άλογό του, ατρόμητος καλλιεργητής που επιτέλους έμαθε σωστά όλη την αλφαβήτα.











ΑΛΦΑ
...
Όταν κατάματα τολμάς
 τα λόγια ρέουν
 ξεκλειδώνοντας αδιέξοδα.










 ΩΜΕΓΑ

Έτσι τελειώνει και αρχίζει
ότι δεν τελειώνει ποτέ.
Όταν,
οι ανυποψίαστες κάμπιες ζούνε ως πεταλούδες,
όταν,
το αέναο Σύμπαν λύνει τις απορίες μας.

































-Από το βιβλίο
«Αφηγήσεις πεσόντα»
(υπό έκδοση)