Δευτέρα, 25 Απριλίου 2016

ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ ΓΙΑ ΟΜΟΙΑ ΠΟΤΗΡΙΑ ΜΕ ΚΑΘΑΡΟ ΝΕΡΟ

          













Ο καιρός περνούσε κύλαγε ολοένα πιο γοργά  έσπερνε όνειρα και  θέριζε και όλο κάτι από ατυχείς συμπτώσεις αυτά που άφηνε να οσμιστώ. Στο κατόπι έτρεχε στην κάθε προσδοκία καταπάνω με θύελλες και μπουμπουνητά γρατζούναγε και την πόρτα κάθε βραδιά και μόνιμα εγώ προς το ξημέρωμα να υφαίνω νέες προσδοκίες καταϊδρωμένος στην ανηφόρα των ονείρων. Και νάναι κάθε πρωινό κρυμμένος απαράλλακτα μέσα στο πλήθος των όμοιών μου, μέσα στης εργασίας τον σωλήνα να καταπίνω οξυγόνο γεμάτο μαύρες πεταλούδες στην καρδιά και αυτή τις πεταλούδες να αλέθει άτσαλα στου ρολογιού τον κάθε χτύπο. Του παραλόγου Θέατρο μέσα στο θέατρο να κυλάει όλη η ζωή σαν την στρατιωτική θητεία, με ωμό συσσίτιο σε μαγειρεία και με σαρδέλες σε στολές που χαιρετούν άλλες στολές με μεγαλύτερη βλακεία. Βολές σε στόχους χιλιοτρυπημένους και η εκπαίδευση, τρύπια και η κάλτσα μα πάντα οι αρβύλες καλογυαλισμένες και όλα να συγκλίνουν κατηφορικά σε ασπρόμαυρες αναμνήσεις με λύκους και με πρόβατα σε παρελάσεις και όλο  χακί του χαμαιλέοντα η παραλλαγή και όλο βουτιά πικρή με τα αραχνιασμένα  των παιδικών ονείρων χρόνια να κολυμπούν σε θάλασσα πλατιά.

Και νάμαι πάλι γέρος, πάλι μόνος σε μαζική επίθεση των ανεκπλήρωτων προσδοκιών με σκουριασμένη πανοπλία. Τέλειωσε πια είπα, ως εδώ ήταν όλα, ας τρέξω να προλάβω να ταΐσω τις γερασμένες πεταλούδες, να ποτίσω και την τελευταία τριανταφυλλιά τώρα που έβαλα μυαλό. Γιατί σε αυτή τη νυχτερινή έφοδο κάτω από τα βαριά σκεπάσματα  επιτέλους, ήρθε ο καιρός κάτι να φυτρώσει και να ανθήσει μόνο του, χωρίς καμία προσδοκία για θέρισμα ακριβό.
 Όχι υλική κληρονομιά ούτε σπουδαία πράγματα δοσμένα, απλά χώμα, πηλός και όμοια ποτήρια με καθαρό νερό ή ότι πρωτόλειο οι άκρες των δαχτύλων μπορέσουν και σήμερα να αγγίξουν μες το οξυγόνο του Απολλώνιου φωτός που σήμερα μπορώ ακόμα να αναπνέω.