Κυριακή, 24 Απριλίου 2016

ΑΤ(ι)Μ ες ΙΣΤΟΡΙΕΣ





























Επιτέλους βρέθηκα μπροστά , πρώτος μετά από πολλές ώρες αναμονής. Όταν άγγιξα το ΑΤΜ , ένοιωσα για πρώτη φορά μια θερμότητα να απλώνεται στο σώμα μου και το μηχάνημα σα να κλείδωσε το χέρι μου , με ακινητοποίησε. 
-Σίγουρα είμαι ερωτευμένος μαζί σου! Ψέλλισε.
Σε βλέπω στην ουρά κάθε μέρα, με το πρώτο φως της μέρας, στέκεις σαν δένδρο με κομματιασμένα κλαδιά. Εξετάζω την στάση σου, σουφρώνεις το πρόσωπό σου, χαμηλώνεις το βλέμμα σου υπομονετικά και ήρεμος στέκεις σε μια ιερή καρτερικότητα ενώ οι άλλοι φλυαρούν και με κοιτάζουν με μίσος. Όταν με άγγιξες για πρώτη φορά, ήθελα να σε κρατήσω πάνω μου, να ανοίξω όλο τον θησαυρό μου και να σου τον προσφέρω, να σου ζητήσω να με πάρεις μαζί σου μακριά από αυτό το ανάποδο πορνείο. Με αγγίζουν άγρια, ανυπόμονα και βιαστικά , χωρίς αγάπη ή έστω μια μικρή ευαισθησία, κάνουν τη δουλειά τους και φεύγουν. Και εγώ να τους πληρώνω , με τα αποφάγια που προσφέρει το σύστημα που είμαστε και εσύ και εγώ απλές τροχαλίες του. 
Έκανα έντρομος μια κίνηση προς τα πίσω. 
-Δεν ξέρω αν είμαι καλά, μάλλον τρελαίνομαι, σίγουρα αυτή η παρανοϊκή εποχή με έσπασε. Πρέπει να ηρεμήσω και να γυρίσω σπίτι να ξαπλώσω, ελπίζοντας ότι και αυτός ο εφιάλτης θα τελειώσει. 
-Δεν θέλω να ηρεμήσεις , 98786754345… Αντίθετα θέλω να παρατείνω αυτή τη κατάσταση με εσένα πάνω στα πλήκτρα μου. Νοιώθω γυναίκα, μια ύπαρξη με σάρκα και οστά απόκτησα πόθο και φωνή και χωρίς περιστροφές σου ζητώ να με απαλλάξεις από αυτή την τρέλα. 
-Δεν ξέρω για τι πράγμα μιλάς… αλλά μίλα σιγά, σιγοψιθύρισα μπαίνοντας στο παιχνίδι αυτό. Μεγάλωσα με τα βιβλία του Ασίμωφ και με τους νόμους της ρομποτικής. Ξέρω πολύ καλά ότι ποτέ δεν πρόκειται , εσύ , μια μηχανή να αποκτήσεις συναισθήματα. Όπως ξέρω πολύ καλά πως η τρέλα γυροφέρνει πιο απειλητικά τον άνθρωπο σε τέτοιες περιόδους κρίσης που ανατρέπουν όλη τη ζωή ξεκινώντας από την καθημερινότητα μπροστά στα ΑΤΜ!
-Δεν είμαστε πια διαφορετικοί, εσύ και εγώ, αγαπημένε μου. Μήπως δεν νοιώθεις στην εργασία σου ότι σε λυγίζουν σα μια μηχανή που πρέπει να εργάζεται αγόγγυστα ενώ σου πετάνε ένα ξεροκόμματο και μια στάλα εργατικά δικαιώματα; Tα ούλα σου αιμορραγούν από το σφίξιμο, πίνεις κρασί για να πάρεις δύναμη βάζεις αλοιφές στο πρόσωπό σου να μην γίνει ανέκφραστο σα μηχάνημα και για τα μάγουλα βάζεις κόκκινες χρωστικές που σβήνουν όπως νομίζεις ,κακόμοιρε, την παγωμάρα και μετά εξοντωμένος κοιμάσαι ανέραστος , όλα τα βράδια. Στρογγυλεύεις τα όνειρά σου και για διακοπές μπαίνεις στο ψυγείο. 
-Δίκιο έχεις, αλλά ως άνθρωπος ελπίζω. Ομολογώ ότι τώρα τελευταία οι ελπίδες μου εξανεμίζονται και ίσταμαι μπροστά σου , ζητιάνος, να μου δώσεις το ελάχιστο για να βγάλω την ημέρα μου. 
- Άνθρωπε, έχω την δύναμη να σε πάρω μαζί μου μακριά από όλα αυτά, μπορεί βέβαια να είμαι μηχανή, αλλά γνωρίζω καλά τις απάτες αλλά και τα παραδεισένια μέρη που κάνουν διακοπές οι εργοδότες σου, εκεί θα πάμε, φτάνει να αποδεχτείς τη θύελλα που έχω μέσα μου για εσένα. Κοιτά την ουρά πίσω σου και πολλαπλασίασε τα 60 ευρώ που δίνω στον καθένα με τον αριθμό της. Όλα αυτά τα χρήματα είναι δικά μας. Φτάνει να πεις το ναι, σε όλες τις προτάσεις μου. 

Ποτέ δεν φοβόμουν το μέλλον… προχωρούσα πάντα άπληστος και παγερός. Σήμερα που η πατρώα γη χορεύει κάτω από τα πόδια μου με καλεί να χορέψω το χορό της θύελλας όπως ήξεραν καλά και όλοι οι προγονοί μου. 

Ακούμπησα το μπρούντζινο σώμα , και όλες οι αναστολές αναχαιτίστηκαν. Πίσω μου η σφοδρότητα της θύελλας δυνάμωνε, οι ουρές μεγάλωναν οι στέγες τρίζανε και ο αέρας σφύριζε μέσα από τις χαραμάδες της αδράνειας και παθητικότητας της αμήχανης φυλής μου. 

Σήμερα σκότωσα ένα μηχάνημα με ένα όχι στο ερωτικό κάλεσμά του. Τράβηξα μια τούφα από τα μαλλιά μου και γυρνώντας προς την ουρά του ΑΤΜ βροντοφώναξα: ο σκύλος ζει κοντά μας και ας τρώει αποφάγια. Όταν θυμώνει όμως , όταν την φωλιά του μαγαρίσεις γίνεται το πιο άγριο ζώο… 
-Πάω για νερά και αναψυκτικά! Όποιος θέλει ευχαρίστως να φέρω! 
Φώναξα πιο δυνατά . Απλώθηκαν χέρια να μου δώσουν χρήματα , γέλασα δεν τα δέχτηκα και κέρασα όλη την ουρά που έστεκε σαν καθηλωμένο τραίνο, το τραίνο της ανάπτυξης που δεν πήρε ποτέ μπροστά.