Τρίτη, 1 Νοεμβρίου 2016

Ο ΔΕΚΑΤΟΣ ΤΡΙΤΟΣ ΜΗΝΑΣ







Μπήκε αίφνης, ένας δέκατος τρίτος μήνας, έτσι, χωρίς κανείς να το περιμένει. Ο λαός από τότε πρόσμενε κάθε χρόνο το μήνα αυτόν τον έκθετο, που ήταν πάντα κουβαλητής απρόσμενων αλλαγών και μυστηρίων. Με την εμφάνισή του, πολλοί που δεν χόρευαν καθόλου άρχιζαν να χορεύουν ή όσοι ευτυχία έβρισκαν μόνο στον ύπνο τους την εύρισκαν και με ανοικτά τα μάτια, άλλοι που περπατούσαν πάντα ευθεία, στρεβλή πορεία ακολουθούσαν ή όσοι ήταν ανέραστοι άρχισαν εύκολα να γαμούνε και άλλοι που πάντα κάτι έκαναν δεν έκαναν πια τίποτα. Μετά από δεκατρία χρόνια εξαφανίστηκε, αιφνίδια, έτσι όπως είχε έρθει. Πέρασαν άλλα δεκατρία χρόνια που όλοι τον περίμεναν, τον αναζητούσαν σαν τρελοί, μάλιστα για να τον προκαλέσουν να φανεί,  άλλοι χόρευαν ψεύτικα ή ξόδευαν απερίσκεπτα, άλλοι ξέφευγαν από την ευθεία πορεία τους τρεκλίζοντας πέρα-δώθε ή απερίσκεπτα γαμούσαν ότι νάνε και άλλοι κάθονταν νωχελικά και έκαναν πως τίποτα δεν έκαναν.

Οι μήνες που ποτέ δεν άλλαζαν ταχύτητα, άρχισαν πλέον όλο και πιο γοργά να τρέχουν και οι εποχές συγχωνεύτηκαν επικίνδυνα με τελικό νικητή το καλοκαίρι. Δώδεκα μήνες καλοκαίρι και κανείς πια δεν ξεχώριζε τα χρόνια πως περνούσαν. Μετά ο λαός από μόνος του, χωρίς αρχηγούς κι καθοδήγηση διαιρέθηκε δια δεκατρία, έγινε ανομοιογενής λαός μα εμπλοκή σε πόλεμο δεν έγινε καμία. Πολλοί είχαν μάθει πια χορό ή την ευτυχία ξετρύπωναν από παντού, άλλοι περπατούσαν ευθεία μα και λοξά και εύκολα ζούσαν τον έρωτα και άλλοι που πάντα κάτι έκαναν, έμαθαν και να μη κάνουν. Ακόμα ο λαός αυτός, έμαθε τα χρόνια αυτά της αναμονής κάτι εκπληκτικό. Να μη περιμένει δώδεκα μήνες για  όλα τα χρόνια της ζωής του κάτι που θα ερχόταν ή δεν θα ερχόταν για να αλλάξει την ροή. Έρρεε μόνος του επίγεια, ευθεία και στρεβλά και έφευγε και επέστρεφε και ξαναέφευγε πέρα και μπροστά και μέσα από τον δέκατο τρίτο μήνα έρρεε σε  θάλασσα πλατιά.