Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2016

Γιάννης Τσίγκρας (1952-2016)




  
Ο Γιάννης Τσίγκρας γεννήθηκε στο Βόλο το 1952 και απεβίωσε στις 8 Νοεμβρίου 2016. Σπούδασε δημοσιογραφία. Διετέλεσε Υπεύθυνος Τύπου στο Δήμο Βόλου. Έχει εκδώσει συλλογές διηγημάτων και ποιημάτων.






Το βιβλίο διατίθεται ελεύθερα 
για κατέβασμα
https://drive.google.com/file/d/0B4b9dxejpDUAUnUtV1I0bG9YTnc/edit




 «ΟΙ ΑΠΟΝΤΕΣ»



Κι όσο περνάει ο καιρός πληθαίνουν οι απόντες,
στη θέση τους ακινητούν μαύρα φεγγάρια,
ανοίγω τον τηλεφωνικό κατάλογο, τ' όνομά τους
βρίσκεται ακόμη εκεί, καμαρώνουν
ψάχνω παλιές ατζέντες,οι σημειώσεις τους με ξαφνιάζουν,
"Πέμπτη, ραντεβού με οδοντογιατρό", άρα υπήρξαν,
με το ίδιο ξάφνιασμα θα διαβάζουν αύριο-μεθαύριο
και τα δικά μου χειρόγραφα. Δεν αναφέρομαι στα τυπωμένα,
εκείνα τα δέχεσαι χωρίς οδυνηρήν απορία.
Μοιάζει μια αγκύλη, μια ιδιορρυθμία στην αράδα
να τους ξαναφέρνει κοντά μου, το"Σκορδάς,αντζούγες 0,50"
σ' ένα μπακαλοδέφτερο του πατέρα, με κάνει ν'ακούω τον τριγμό
του ξύλινου ποδιού του, η μάνα κρατούσε ημερολόγιο μιαν εποχή,
έρχεται και το διαβάζουμε μαζί, η Μαρία σκορπίζεται
σε σημειώσεις για ψώνια, σ'αριθμούς τηλεφώνων, σε λόγια γνωστών,
στα τραγούδια που ακούγαμε








ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΥ ΔΕ ΖΗΣΑΜΕ


"Αχ,θείτσα Χρυσάνθ',η μαμά μ' πουλί σι παρακαλεί,
δομ' ένα φιτάκ'ψουμί,πουλί σι παρακαλεί η μαμά μ'-
παρόλο που ήταν ο μοναδικός της φίλος,όταν δεν σκαρφάλωναν
στο Τρανό το Ρέμμα,να γλυτώσουν τις οβίδες του στόλου
από το Βόλο,παίζαν μαζί τα καραβώματα,με μια φλούδα
καρυδιάς στο αυλάκι του ποτίσματος,ο καθένας το δικό του καράβι,
παρόλα αυτά, "ξαναπέστο"τον βασάνιζε πριν η μάνα της
η "θείτσα Χρυσάνθ'"του δώσει το ψωμάκι,μια φέτα φεγγερή,
που την έκοβε απ'τη δική της μπουκιά.
Τη μάλωνε η Χρυσάνθη αλλ'η "κασέτα" είχε ξαναρχίσει,αυτή η απαγγελία,
τη διασκέδαζε, εξάχρονο παιδί ήταν κι εκείνη.
Κάποιο πρωί είδε το αγόρι ξαπλωμένο πλάι στο αυλάκι,
κάτω απ'το άγριο γιασεμί,
η μάνα του βουβή,
κοιτούσε το εντός της κενό,την αγκάλιασε κι έκλαψε,όσο ποτέ
στα χρόνια που ακολούθησαν.
Περίμεναν το κάρο της Κοινότητας.
Το γιασεμί μύριζε τόσο γλυκά
και ένα φλούδι καρυδιάς έπεσε πλάι του,στο νερό.