Πέμπτη, 8 Αυγούστου 2013

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ








Φίλε μου, πρίν γελάσεις με την ιστορία μου, κάνε λίγο υπομονή...
   
-Βλέπεις , υπήρχαν δυο μεγάλοι πάνθηρες. Ναι, λεοπαρδάλεις…και εγώ δεν φοβήθηκα! Τα δύο τεράστια βελουδένια θηρία έπαιζαν με μια μπάλα. Το ένα σήκωσε το βλέμμα και ήρθε προς το μέρος μου με περιέργεια. Ήρθε ίσια προς το μέρος μου και έτριψε πολύ απαλά το στρογγυλό, μαλακό του αυτί στο απλωμένο χέρι μου. Τότε ξεπρόβαλαν και όλα τα ζώα που είχα συντρόφους στη ζωή μου και είχαν πεθάνει από καιρό, πληγώνοντας ανεπανόρθωτα την ευαισθησία μου. Τότε ήταν που λησμόνησα εκείνο το είδος ελκτικής δύναμης στην πειθαρχία που ξεκίνησε από την οικογενειακή και σχολική υπακοή και μεταπλάστηκε σε μόνιμη κοινωνική υποταγή.

Για μια στιγμή έγινα ένα ευτυχισμένο παιδί …σε έναν άλλο κόσμο. Σε ένα κόσμο καμωμένο από μια ουσία διαφορετική, ένα φως πιο θερμό, πιο διάχυτο και πιο απαλό .Ακούμπησα με σιγουριά τα χεράκια μου στη μαλακή τους γούνα και χάιδεψα τα στρογγυλά αυτιά και τις ευαίσθητες γωνίτσες , έπαιξα μαζί τους και ξέχασα όλη την υπόλοιπη ζωή .

Είναι παράξενο μα σε αυτό το σημείο συνειδητοποίησα ότι δεν έχω μνήμη. Αναζήτησα κάτι γνωστό γύρω μου, μα μόνο πανέμορφη χλόη , δάφνες, κοκκινωποί αιωνόβιοι κορμοί και ήρεμα –παιχνιδιάρικα ζώα έτρεχαν σε όλο τον χώρο. Ήταν πραγματικότητα…ναι ήταν.




 Άνθρωποι φανερώνονταν και εξαφανίζονταν, η αγαπημένη μου μητέρα που είχα χάσει χρόνια πριν, ο αγαπημένος μου πατέρας αλύγιστος και χαμογελαστός, το δωμάτιο των παιδικών μου χρόνων και οι φίλοι μου, όλοι γέμιζαν το τοπίο και εξαφανίζονταν όπως όλα αυτά που μου είχαν συμβεί σε ολόκληρη την ζωή μου. Αν ήταν ένα όνειρο ήταν όνειρο με τα μάτια ανοικτά και εκπληκτικά θελκτικό. Αλλά η πικρή πραγματικότητα με προσγείωσε μέσα σε ένα πολύβουο πηγαδάκι από φωνές …"τι σου κάνανε Θεέ μου!»
Βρέθηκα στο νοσοκομείο με ράμματα και πολλές πληγές στο πρόσωπο, με αφόρητους πόνους. Κρυφακούγοντας έμαθα πως με χτύπησε αυτοκίνητο και εξαφανίστηκε , ενώ έμεινα αρκετή ώρα αναίσθητος... 


Ακολούθησαν τα χρόνια της ζωής με μικρές και μεγάλες χαρές και λύπες, αλλά πάντα αναπολούσα στοργικά τα ζώα, την φωτεινή ατμόσφαιρα και τους αγαπημένους παιδικούς φίλους σε εκείνο το μαγευτικό τοπίο της γαλήνης που πάντα πίστευα πως ήταν μια ματιά στον παράδεισός μου όταν σχοινοβατούσα ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο. Ποιος ξέρει τι θα σκεπτότανε ο κόσμος αν γνώριζε αυτές τις σκέψεις μου και την οδυνηρή λύπη μου για την απουσία του παραδείσου μου. Ίσως ήμουν κουρασμένος από την υπερβολική εργασία… ίσως ήταν αυτό που ονομάζουμε κρίση των 50 ετών… Δεν ξέρω. Είχα αρχίσει να βρίσκω αφόρητη τη ζωή και την κάλπικη λάμψη της καριέρας μου που τόσο της είχα δώσει σημασία.




 Ένα πρωί, βρήκαν το σώμα μου νεκρό σε ένα βαθύ χαντάκι κοντά στο σταθμό της πόλης μου. Το μυαλό μου ήταν θολωμένο από αινίγματα και ερωτηματικά . Οι χλωμές ηλεκτρικές λάμπες έδιναν στον χώρο την εμφάνιση ενός άσπρου περάσματος. Με τα χέρια τεντωμένα δραπέτευσα, με το μυαλό χαρούμενο για την μόνιμη επιστροφή στην απόλυτη αίσθηση της γαλήνης αλλά και της ευτυχίας που βρήκα όλους τους αγαπημένους που είχα χάσει...

Τελικά ναι, είναι αλήθεια, αυτό το φώς που είδαμε όλοι όσοι σχοινοβάτησαν στα όρια ζωής και θανάτου, ναι, υπάρχει...