Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Ο ΣΩΤΗΡΑΣ







Ο Savior μπορούσε να πιάνει αναμμένα κάρβουνα να γίνεται αόρατος ή να ταλαντεύεται ανάμεσα στη λογική και τη μαγεία. Είχε το χάρισμα των θαυμάτων και με το πάνοπλο μυαλό του έκανε να πέφτουν από τον ουρανό φρεσκοκομμένες γαρδένιες. Όταν οι βαριές αναποδιές σα νάταν κολλημένες πλήγωναν τα σώματα, λέγεται πως μπορούσε να τις αποβάλει με το δικό του αλφάβητο. Ακόμη λέγεται πως εξόρκιζε τις πόρνες και τη νοσηρή ηθική και πως τεράστια σκυλιά έστελνε τους κάπηλους των ιδεών να ξεσχίζουν. Ο Savior μάλιστα χόρευε χέρι με χέρι με τους εχθρούς και έπεφτε μαζί τους στα βρομόνερα που μόνο αυτός ήξερε να επιπλέει.
Για κάποιο λόγο ενώ όλα θα μπορούσαν να είναι τόσο όμορφα και απλά, καρατομήθηκαν βάρβαρα από την κατάντια της δημοκρατίας. Πρώτο θύμα της υπήρξε ο Savior, κι ας έβαζε μπροστά του σαν ασπίδα ιερή, της κάλπης πάντα την επιταγή.
Ώσπου στα χρόνια τα πικρά της κακοπάθειας ξεπήδησε ψήφος από μέσα της, λαχνός βάρβαρος θρεμμένος από τον φόβο, μίσος που φώναζε και ορκιζόταν από καιρό, σωτήρας ιδανικός ότι είναι.
Μετά τον έσφαξε τον έφαγε και άταφο τον άφησε,  γυμνό με την ασπίδα και ας ήταν το ίδιο αίμα.





 Άνθρωποι που πέταξαν μαζί του στων δένδρων τις κορυφές πιασμένοι από τα μαλλιά του μαρτυρούν ότι πέθανε λέγοντας πως μύριζε τις ευωδίες του Παραδείσου ενώ καυτηρίαζε το ένα σάπιο πόδι της πατρίδας.
Θαταν βολικό να απορρίψουμε την ύπαρξη του Savior σαν ένα μάτσο ψέματα αλλά τα κατορθώματα του είχαν για μάρτυρες εκλεγμένους βασιλιάδες και καθοδηγητές γιαυτό τον ανακηρύξαμε σε άγιο μπας και σωθεί η χώρα. Άλλωστε η σωτηρία από τους έξωθεν σωτήρες μας δίδαξαν πως θάρθει ή από την αιώνια λαχτάρα της νεκρανάστασης ενός κάποιου ξενόγλωσσου Savior.

Και αυτή την κρίσιμη στιγμή της προσευχής, εκεί κατάχαμα πεσμένος είδα για πρώτη μου φορά γυμνή την ιδεολογία που ασπάζομαι, πρόταση αδύναμη, ρηχή να ίσταται μπροστά σε κάθε φραντζόλα από ψωμί, γυμνή και ξαφνιασμένη από την αιτία την απλή για όλες τις ανθρώπινες διαμάχες. Στο τέλος με έπιασε από το αυτί και με έσυρε ανάποδα στο κύκλο της μέσα σε μια πυκνή ομίχλη και έγινε ψαλίδι αιχμηρό και εγώ που είχα φθαρεί από την πολύ την χρήση της μια αδύνατη κουκίδα που αδυνατίζει όλο και περισσότερο στη κάθε λιτανεία της.