Τρίτη, 7 Μαρτίου 2017

Η ρουφήχτρα του κλεμμένου κάλλους






Μπήκα πρώτος, χαράματα στο μουσείο.
Με τρόπο αληθινά οικείο με πλησίασε ο άσχημος-μα πολύ άσχημος-διευθυντής και ζητώντας συγνώμη, έγειρε τους ώμους μπροστά και έτεινε το σπασμένο σε γύψο χέρι του λυπημένος.
Δυστυχώς κύριε, όλα τα αγάλματα σήμερα είναι με χέρια σπασμένα…σε γύψο. Είπε.
Και όλες αυτές οι μαλακίες για τέλεια συντήρηση που διαφημίζεται με το πανάκριβο εισιτήριο; Ρώτησα.
Ήταν πανσέληνος χθες βράδυ, κύριε. Απάντησε. Όχι η ματωμένη πανσέληνος αλλά η ακόμα πιο σπάνια, η χλωμή, η ρουφήχτρα του κλεμμένου κάλλους. Και αυτό δυστυχώς επηρεάζει πιο πολύ τα αγάλματα μουσείου. Και αν δεν το γνωρίζεται, το σεληνόφως τέτοια βράδια δεν κολακεύει, μονάχα εκπορνεύει και δεν δίνει καμιά δεκάρα για την ομορφιά ακόμα και των αγαλμάτινων μορφών, από όσο μακριά και αν έχουν μεταφερθεί. Χλωμό σαν κασέρι φωτίζει, εξερευνά και μετά ρουφάει ό,τι κάλλος υπάρχει και κοσκινίσθηκε σαν λάφυρο. Δεν το γνωρίζουν βέβαια αυτό πολλοί, γιατί η ρουφήχτρα αυτή καταπίνει μόνο κλεμμένο κάλλος.
Κοίταξα γύρω. Οι προβολείς λες ότι είχαν εστιάσει στα γύψινα χέρια.
Μα και ο Άτλαντας; ο αρχηγός των Τιτανιδών, ο Άτλαντας κουλός;
Ναι, μη ξεχνάτε ότι και αυτός, ο δυνατότερος και επιδεξιότερος όλων, γλίστρησε και έπεσε στην παρακείμενη θάλασσα, την Ατλαντίδα, σπάζοντας το χέρι του μια τέτοια βραδιά ρουφήχτρας πανσελήνου.
Ναι, βέβαια…η θάλασσα. Άμπωτις και πλυμυρις πάνω στο άγριο πέτρωμα από το κλεμμένο παρελθόν, παγώνει και πέφτουν εύκολα όλα… Δεν ήξερα τι άλλο να πω.

Έφυγα, ταξίδεψα πολύ με την σκέψη μου στα λόγια του διευθυντή του Αγγλικού μουσείου και ακόμα και όταν έφτασα στην πατρίδα μου, δεν είχα εξηγήσει, πως είχε σπάσει το χέρι του και αυτός.