Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

Ο ΣΩΤΗΡΑΣ ΚΥΒΕΡΝΗΤΗΣ












Ένας φώναξε πως έβλεπε φως πάνω από το κεφάλι μου κι εγώ συγκατατέθηκα γιατί ήμουν πολύ ευγενικός για να διαφωνήσω. Για ποιο λόγο άλλωστε, φως ακίνδυνο ήτανε. Μια άλλη κυρία μετά από αυτή τη σιγή μου είπε πως ένοιωθε έναν άνεμο ζωοποιό να εκρέει από εμένα. Και πάλι συμφώνησα σε αυτή και την όποια άλλη  συγκατάθεση. Ύστερα για ένα διάστημα, τίποτα. Τελικά ένοιωσα πως ήταν η σειρά μου και φώναξα πως πράγματι είμαι  πιο φωτεινός. Αυτό συνάντησε την χαρούμενη συμφωνία τους και μάλιστα ένας έφτασε στο σημείο να χειροκροτήσει  τα όμορφα φώτα που έπαιζαν γύρω μου. Ύστερα υπέβαλα πως έχω εκροή ανέμου. Όλοι οι παριστάμενοι αλλά και όσοι το έμαθαν δια οχλαγωγίας χειροκρότησαν έκθαμβοι. Αργότερα μια τρομπέτα ακούστηκε στον αέρα σαν από θαύμα να εξέρχεται  από το κλειστό στόμα μου και ο λεπτός αέρας αναγνωρίστηκε ως μουσικός ελπιδοφόρος φωτοδότης. Όλοι πλέον ήταν βέβαιοι πως η φωνή μου θα έδινε οριστικές λύσεις – εκτός φυσικά από μένα- γιατί για μένα δεν υπήρχε η παραμικρή αμφιβολία ότι εγώ δεν είμαι το θαύμα. Αυτό τελικά  που κέρδισα από αυτή του πλήθους την ευπιστία ήταν πως είμαι κατάλληλος για πεφωτισμένος κυβερνήτης. Και έτσι έγινα του πλήθους η προσποίηση για σωτηρία. Μετά την σαρωτική εκλογή μου τα βράδια με περίσκεψη έγραφα στο κρεβάτι τους νόμους αν και το χέρι μου έμπαινε ανάμεσα στο φως, τον αέρα μου και το χαρτί προκαλώντας μια σκιά που κούραζε τα μάτια. Αυτό το υπερβολικό φως που εξέπεμπα όλο και πιο πολύ τελικά με έκανε να παραπατώ κατεβαίνοντας τη σκάλα εξαιτίας της άθλιας κατάστασης των βασιλικών παντουφλών μου. Όσο για το ίδιο το βασίλειό μου, ανακάλυψα πως οι υπήκοοι είχαν δίκιο σε όλες τις λεπτομέρειες. Έτσι συνέχισα να παίζω με την ιδέα του σωτήρα με το φως και τον ελπιδοφόρο άνεμο που εξέπεμπα χωρίς καμία τύψη, όπως άλλωστε και προκάτοχοί μου φωτισμένοι και ανεμοφορείς κυβερνήτες.