Δευτέρα, 29 Μαΐου 2017

ΤΟ ΦΩΤΕΙΝΟ ΠΕΡΑΣΜΑ




Αδελφέ μου, άκουσε  την ιστορία μου και κάνε λίγο υπομονή...
Έστεκα ακίνητος με ανοιχτό το στόμα μπροστά στην  τεράστια παλιά κοκκινωπή πόρτα που ανακάλυψα παίζοντας στο τέλος της πόλης. Η πόρτα σαν ένα φωτεινό παραπέτασμα άνοιξε μόνη της πριν την ακουμπήσω και ήταν σαν να με καλούσε. Υπνωτισμένος προχώρησα και όλα άλλαξαν…για πάντα.
-Βλέπεις, υπήρχαν δυο μεγάλοι μολοσσοί. Ναι, αυτά τα γιγάντια σκυλιά…και εγώ στάθηκα άφοβα μπροστά τους! Τα δύο τεράστια ζώα έπαιζαν με μια μπάλα. Το ένα σήκωσε το βλέμμα και ήρθε προς το μέρος μου με περιέργεια.
Ήρθε ίσια προς το μέρος μου και έτριψε μαλακά την υγρή μουσούδα του στο πόδι μου.
 Τότε ξεπρόβαλαν και όλα τα ζώα που είχα συντρόφους στη ζωή μου και είχαν πεθάνει από καιρό, πληγώνοντας ανεπανόρθωτα την ευαισθησία μου. Τότε ήταν που λησμόνησα εκείνο το είδος ελκτικής δύναμης στην πειθαρχία που ξεκίνησε από την οικογενειακή και σχολική υπακοή και μεταπλάστηκε σε μόνιμη κοινωνική υποταγή. Για μια στιγμή έγινα ένα ευτυχισμένο παιδί …σε έναν άλλο κόσμο. Σε ένα κόσμο καμωμένο από μια ουσία διαφορετική, ένα φως πιο θερμό, πιο διάχυτο και πιο απαλό. Ακούμπησα τρυφερά τα χέρια μου και χάιδεψα το τεράστιο κεφάλι με την ανθρώπινη ματιά, έπαιξα μαζί και με το άλλο , και ξέχασα ότι δεν ήξερα που βρισκόμουν. Είναι παράξενο μα σε αυτό το σημείο συνειδητοποίησα ότι δεν έχω μνήμη. Αναζήτησα κάτι γνωστό γύρω μου, μα μόνο φορτωμένα με καρπούς δένδρα είδα, μιμόζες, κατακόκκινους ανθούς στη γη και να πετούν γύρω μου πολύχρωμοι παπαγάλοι. Ήταν ένας  παραδεισένιος χώρος… ναι ήταν. Φιγούρες αέρινες πέρναγαν γοργά μπροστά μου και εξαφανίζονταν, οι αγαπημένοι μου γονείς, νέοι  και χαμογελαστοί όπως τους θυμόμουν παιδάκι, το ίδιο και φίλοι μου από τα σχολικά χρόνια. Ήταν μια αίσθηση βγαλμένη από τα κατάβαθα της ψυχής μου, μια ονειρική χώρα που πάντα ήθελα να κατοικήσω.





‘Ένας δυνατός πόνος στο στήθος μου όμως τα έσβησε όλα. Άνοιξα τα μάτια μου και συνειδητοποίησα πως ήμουνα σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου γεμάτος σωληνάκια.
Πήγα να κουνηθώ αλλά όλο το σώμα μου πόνεσε τρομερά. Κοίταξα τα χέρια μου, τα πόδια μου…ήταν δεμένα και γεμάτα με γάζες!
Ο γιατρός αφού με εξέτασε, με ρώτησε αν μπορώ να μιλήσω στον αστυνομικό που ήθελε να μου κάνει μερικές ερωτήσεις.
Θυμήθηκα τότε…περπατούσα στον δρόμο μόνος μου και ξαφνικά ένα δυνατό φως, ένα φρενάρισμα… μέχρι εκεί. Ο αστυνόμος μου είπε να προσπαθήσω να θυμηθώ κάτι από το αυτοκίνητο που με χτύπησε και έφυγε αφήνοντάς με αναίσθητο και αβοήθητο.
Τίποτα…αλλά για μένα τι σημασία είχε; αυτό που είχε σημασία είναι ότι δεν θα ξαναέπαιζα μπάσκετ ούτε θα έκανα αθλητισμό. Τα πόδια μου πλέον δεν ήταν τα ίδια.
Τα χρόνια περνούσαν  με την καθημερινότητα να κυλάει ίδια, μα πάντα στο μυαλό  και στα όνειρά μου δραπέτευα στον παράδεισο με τους μολοσσούς, τους γονείς μου, τους φίλους, τα χρώματα και το γλυκό εκείνο  φως.
Έφτασα τα σαράντα και αυτός ο χώρος με την αίσθηση της πληρότητας που εξέπεμπε ερχόταν όλο και πιο συχνά στη θύμησή μου. Στα πενήντα μου είχε γίνει πλέον η μόνη μου χαρά. Σαν εθισμένος τον αναζητούσα και δραπέτευα μένοντας όλο και πιο πολύ μέσα του.
Κάποτε, μετά από χρόνια, μια παρέα παιδιών βρήκε το πτώμα μου στην είσοδο του παλαιού σιδηροδρομικού σταθμού της πόλης μου. Ο χαμηλός φωτισμός από τις παλιές κίτρινες λάμπες και η χειμωνιάτικη ομίχλη δημιουργούσαν την αίσθηση ότι στο βάθος βρισκόταν η πόρτα που οδηγούσε στον παράδεισό μου.
 Η κούραση, η αναμονή, τα προβλήματα και η ανιαρή  καθημερινότητα, είχαν θολώσει το μυαλό μου και ά-λογα πίστεψα πως ξαναβρήκα τη μυστική είσοδο.
Η ελκτική δύναμη για να ξαναβρώ το μυστικό της  χαμένης παιδικότητας, με οδήγησε να περάσω μέσα από την απαγορευμένη είσοδο για τα έργα που γίνονταν στον σταθμό και να βουτήξω σε ένα άπατο πηγάδι.




Τα παιδιά που με βρήκαν νεκρό όμως δεν φοβήθηκαν. 
Στο πρόσωπό μου υπήρχε ένα ήρεμο χαμόγελο ευτυχίας.
Τελικά ναι, είναι αλήθεια, αυτό το φως που είδαμε όλοι όσοι σχοινοβάτησαν στα όρια ζωής και θανάτου, ναι, υπάρχει...