Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2016

«Όταν ο δαίμονας απεβίωσε»





Μια φορά ο Stello, ένας απλός καλλιτέχνης ή ποιητής, αποφάσισε να ζωγραφίσει το τέρας μέσα του, να  μεταμορφώσει τον δαίμονα, με σάρκα και οστά σε εικόνα αληθινή, μπας και όταν δει με τα μάτια του ότι έτρεμε από μικρός κάπως ηρεμήσει. Τον ζωγράφιζε ζώντας όλες τις στιγμές μαζί του, εστίαζε με μαεστρία πάνω του,  σε σημείο που όλα τα άλλα δεν τον ενδιέφεραν καθόλου. Ήθελε μόνο να δώσει με κάθε λεπτομέρεια, με αληθοφάνεια και πιστότητα, του δαίμονα την αληθινή μορφή και ας έτρεμε το μέγεθός της. Στο τέλος όμως, μόνο κάτι κομμάτια φιγούρες σε προφίλ με μαύρα και κόκκινα μάτια έμεναν, μπροστά από μια πράσινη βάση σε ένα φόντο αποτυχίας. Μια ειρωνεία κατέληγε που όλες τις φορές γέλαγε μαζί του. Την άλλη μέρα πείσμωνε όλο και πιο πολύ και άρχιζε τη μάχη. Ξεκίναγε πάντα από τον σκελετό με κόκαλα κίτρινα ογκώδη, τα σωθικά, το στήθος και την σάρκα του, τον έχτιζε σιγά-σιγά αναμειγνύοντας στα χρώματα όλες τις κατάρες του.  Στο τέλος, όντας αναγκασμένος να αναγνωρίσει τον εαυτό του στο τέρας που πάλευε, του έφτιαξε και μια καρδιά μεγάλη, μαύρη σαρκώδη και τόσο αληθινή που ηχούσαν οι χτύποι σαν καμπάνες μα πάλι ορατός δεν γίνονταν.







Έτσι τα χρόνια πέρναγαν και αυτός εκεί πεισμωμένος, έβλεπε και ξαναέβλεπε την κτηνωδία που καταραμένο ποιητή σε πρόωρο θάνατο τον οδηγούσε. Στο τέλος, σε κάποια στιγμή περισυλλογής θυμήθηκε ότι η τέχνη θα πρέπει να δίνει και μια λύση εναλλακτική που σίγουρα του διέφευγε. Το τρομερό και το όμορφο, το αφύσικο και το πραγματικό εναλλάσσονται μέσα της, συνυπάρχουν σε σύνθεση αδιάσπαστη όπως αυτός και ο δαίμονάς του. Κατάλαβε ότι τα κόκαλα τα σωθικά το στήθος και η καρδιά που τόσο ζωντάνεψαν στην τέχνη του ήταν χωρίς περίγραμμα. Του δαίμονά του το περίγραμμα για να γίνει ορατό χρειαζόταν όλη την θέα, που μέσα της ως άρχοντας κυριαρχούσε και μόνο έτσι ανάπνεε. 
Οι λόφοι, τα δένδρα, τα χωράφια, η θάλασσα και ο ουρανός, όλο το τοπίο με τα πολλά τα χρώματα που δεν ζωγράφιζε,  ήταν αυτός ο ίδιος.





































Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2016

Ντῖνος Χριστιανόπουλος – 4 Ποιήματα







«η θάλασσα» (1962)
«απολογισμός της μοναξιάς» (1953)
“Τὸ Δάσος”
«βρόχος»



Ντῖνος Χριστιανόπουλος (γεν. 1931)
 ψευδώνυμο τοῦ Κωνσταντίνου Δημητριάδη.
Ποιητής, πεζογράφος, φιλόλογος 
καὶ κριτικὸς
 ἀπὸ τὴ Θεσσαλονίκη.



Μουσική:
Αντώνης Λυμπερίδης -κιθάρα
Θανάσης Πάνου-πνευστά-μπάσο
Τάσος Μισύρης -κρουστά

Οπτικοποίηση:
Θανάσης Πάνου



video






«η θάλασσα»
.

Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
μπαίνεις καὶ δὲν ξέρεις ἂν θὰ βγεῖς.
Πόσοι δὲν ἔφαγαν τὰ νιάτα τους –
μοιραῖες βουτιές, θανατερὲς καταδύσεις,
γράμπες, πηγάδια, βράχια ἀθέατα,
ρουφῆχτρες, καρχαρίες, μέδουσες.
Ἀλίμονο ἂν κόψουμε τὰ μπάνια
Μόνο καὶ μόνο γιατί πνίγηκαν πεντέξι.
Ἀλίμονο ἂν προδώσουμε τὴ θάλασσα
Γιατὶ ἔχει τρόπους νὰ μᾶς καταπίνει.
Ἡ θάλασσα εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα:
χίλιοι τὴ χαίρονται – ἕνας τὴν πληρώνει.

(1962)










«απολογισμός της μοναξιάς»



Σπασμένες μέσα μου εἰκόνες ἀνταπόκρισης,
ρήμαγμα μέσα σὲ ξένες ἀγκαλιές,
ἀπελπισμένο κρέμασμα ἀπὸ λαγόνια ξένα.
Πέσιμο ἐκεῖ ποὺ μοναχὰ ἡ μοναξιὰ ὁδηγεῖ:
νὰ ὑποτάξω ἀκόμη καὶ τὸ πνεῦμα μου,
νὰ τὸ προσφέρω σὰν τὴν ἔσχατη ὑποταγή.

(1953)






“Τὸ Δάσος”



Δὲν ξεριζώνονται οἱ νύχτες ἀπὸ μέσα μας,
βλασταίνουν φύλλα καὶ κλαδιὰ
κι ἔρχονται τὰ πουλιὰ τοῦ ἔρωτα καὶ κελαηδοῦνε.

Δὲν ξεριζώνονται οἱ νύχτες ἀπὸ μέσα μας,
οἱ σπόροι τους φυτρώνουν δάσος σκοτεινό,
στὶς λόχμες του ὁ φόβος ἐνεδρεύει.

Ζῷα μικρὰ καὶ ζῷα ἄγρια τὸ κατοικοῦν,
ὄχεντρες ἕρπουν καὶ ρημάζουν τὶς φωλιές μας,
λιοντάρια ἑτοιμάζονται νὰ μᾶς ξεσκίσουν.

Δὲν ξεριζώνονται οἱ νύχτες ἀπὸ μέσα μας,
ἔγιναν δάσος σκοτεινὸ καὶ μᾶς πλακώνουν.
…
(ἀπὸ τὴ Συλλογή: «Ὁ Ἀλλήθωρος»)









«βρόχος»



Τώρα ποὺ σ᾿ ἔχω διαγράψει ἀπ᾿ τὴν καρδιά μου,
ξαναγυρνᾷς ὅλο καὶ πιὸ πολὺ ἐπίμονα,
ὅλο καὶ πιὸ πολὺ τυραννικά.
Δὲν ἔχουν ἔλεος τὰ μάτια σου γιὰ μένα,
δὲν ἔχουν τρυφερότητα τὰ λόγια σου,
τὰ δάχτυλά σου ἔγιναν τώρα πιὸ σκληρά,
ἔγιναν πιὸ κατάλληλα γιὰ τὸ λαιμό μου.









ΤΙ ΝΑ ΤΑ ΚΑΝΩ ΤΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΣΑΣ

Τί νὰ τὰ κάνω τὰ τραγούδια σας
ποτὲ δὲ λένε τὴν ἀλήθεια
ὁ κόσμος ὑποφέρει καὶ πονᾷ
κι ἐσεῖς τὰ ἴδια παραμύθια

Τί νὰ τὰ κάνω τὰ τραγούδια σας
εἶναι πολὺ ζαχαρωμένα
ταιριάζουν σὲ σοκολατόπαιδα
μὰ δὲ ταιριάζουνε γιὰ μένα


Ποιήματα
ἔκδ. Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη, 1992











ΜΕ ΚΑΤΑΝΥΞΗ



Ἔλα νὰ ἀνταλλάξουμε κορμὶ καὶ μοναξιά.
Νὰ σοῦ δώσω ἀπόγνωση, νὰ μὴν εἶσαι ζῷο,
νὰ μοῦ δώσεις δύναμη, νὰ μὴν εἶμαι ράκος.
Νὰ σοῦ δώσω συντριβή, νὰ μὴν εἶσαι μοῦτρο,
νὰ μοῦ δώσεις χόβολη, νὰ μὴν ξεπαγιάσω.
Κι ὕστερα νὰ πέσω μὲ κατάνυξη στὰ πόδια σου,
γιὰ νὰ μάθεις πιὰ νὰ μὴν κλωτσᾶς.












ΟΤΑΝ ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ




Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,
ὁ νοῦς μου πάει στοὺς τσαλακωμένους,
σ᾿ αὐτοὺς ποὺ ὧρες στέκονται σὲ μία οὐρά,
ἔξω ἀπὸ μία πόρτα ἢ μπροστὰ σ᾿ ἕναν ὑπάλληλο,
κι ἐκλιπαροῦν μὲ μία αἴτηση στὸ χέρι
γιὰ μία ὑπογραφή, γιὰ μία ψευτοσύνταξη.
Ὅταν σὲ περιμένω καὶ δὲν ἔρχεσαι,
γίνομαι ἕνα με τοὺς τσαλακωμένους.









ΤΕΛΟΣ



Τώρα ποὺ βρῆκα πιὰ μίαν ἀγκαλιά,
καλύτερη κι ἀπ᾿ ὅ,τι λαχταροῦσα,
τώρα ποὺ μοῦ ῾ρθαν ὅλα ὅπως τὰ ῾θελα
κι ἀρχίζω νὰ βολεύομαι μὲς στὴν κρυφὴ χαρά μου,

νιώθω πὼς κάτι μέσα μου σαπίζει.