Πέμπτη, 5 Σεπτεμβρίου 2013

ΑΦΙΕΡΩΜΑ: ΧΑΡΙΚΛΕΙΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ









ΝΥΧΤΑ ΜΟΝΗ

(η ιστορία του Λευτέρη και πως μια λέξη κρύβει όλα του κόσμου τα αισθήματα )



Βαδίζω άσκοπα στους δρόμους του εμπορικού κέντρου μιας κοινωνίας που βυθίζεται ολοένα χωρίς αντιστάσεις μουσείο κέρινων ομοιωμάτων καταντήσαμε ,κέρινα ομοιώματα που βαδίζουν σ ένα σκληρό και άδικο κόσμο νύχτα πυκνή νύχτα μόνη στα ξέφωτα, στο δάσος των πολυκατοικιών, άσχημες σκέψεις συλλογίζομαι γέννησαν ετούτη την θλιβερή πραγματικότητα ,σκιάζομαι, στις πλατείες του κέντρου της πόλης στις βιτρίνες με τις αποτρόπαιες κούκλες , κάποιοι συνάνθρωποί μας στα πεζοδρόμια ψυχορραγούν αναρωτιέμαι είναι άνθρωποι ετούτοι εμείς είμαστε άνθρωποι ποια μοίρα τους εχτύπησε με βόλι στην ανθρώπινη τους υπόσταση και γίνηκαν ύλη άμορφη η ψυχή τους χάθηκε άδεια κορμιά μάζα από σάρκα και τρύπες το σώμα και μπάζει και μπαίνει αγέρας ολούθε και μαραζώνει η ψυχή στενεύει και γίνεται λύκος πεινασμένος .







  Περπατώ και συλλογίζομαι και κάθε τόσο ένα πόδι ,σκοντάφτω ,ένα χέρι εμπόδιο σάρκες σάπιες τεμάχια ,καμένα πρόσωπα έρπουν πλάι στις λαμπρές βιτρίνες φετίχ και κάποια ανάσα από μουσικές ανώνυμες ,θίασοι πλανόδιων μουσικών, τρεις Αφρικανοί στηρίζουν τα σώματά τους στον τοίχο του κινηματογράφου Ολύμπιον εμπορεύονται δισκάκια cd μια κυρία πανέμορφη παίζει θρήνους στο βιολί της ,ποιος την ακούει, νέοι σε πάγκους πουλούν αυτοσχέδια παιγνίδια και κοσμήματα Σέρβοι με χάλκινα πνευστά παίζουν εξαίρετη τζαζ oκόσμος αυτού του πλανήτη κινείται με επαναλαμβανόμενα μοτίβα απάνθρωπης σκληρής συμπεριφοράς με διαλείμματα εξαίσιας ομορφιάς νεαροί και νεαρές με σακούλες ξέχειλες ,βαδίζουν ανέμελα ,και ένα σύννεφο πυκνό από άρωμα τσουρεκιού ανέρχεται στην ατμόσφαιρα δέλεαρ η καρδιά σκοντάφτει σε ανθρώπους που ψυχορραγούν που ανασαίνουν βαριά χυμένα κορμιά σε βλέμματα χορτάτων, λιοντάρια, τίγρεις ,στρουθοκάμηλοι και χελώνες .Και νεκρές μηχανές. 

Άνθρωποι μηχανές δίχως καρδιά








Στον θόρυβο της πόλης αναλογίζομαι την μοναξιά της νύχτας σκοντάφτω στους λογισμούς μου και χάνω την πρόσθεση και την αφαίρεση πολλαπλασιάζω τα συν και μείον σπρώχνω με την βούληση το σώμα και αυτό υπακούει δεν αντιστέκεται σκοντάφτει πάλι το βλέμμα σε χαρτόκουτα ΠΕΙΝΑΩ λέξη μόνη γραμμένη ανορθόγραφα έξω απ την ιστορία της μια λέξη μόνη κρύβει όλα του κόσμου αισθήματα .













Ο ΛΕΥΤΕΡΗΣ








  Κουβάρι ολόιδιο διπλωμένο το σώμα του στο πεζούλι κατέναντι του θεάτρου Εγνατία έχεις ένα Ευρώ μου λέγει δεν έχω να φάω σκιά έχει απομείνει σκελετός, μα μιλάει θυμώνει κρίνει και συγχωρεί κοντοστέκομαι θέλω να του μιλήσω να ρωτήσω πούθε έρχεται πούθε κρατάει η σκούφια του ποιά μοίρα τον έριξε στο κενό και έκτοτε κατρακυλάει βυθίζεται ολοένα με μικρές επώδυνες αντιστάσεις να σου φέρω καφέ του λέγω όχι μου λέγει καλά είμαι στον δρόμο γυρίζω εδώ και ένα χρόνο άφησα το σπίτι τους τα χάρισα όλα και έφυγα έριξα μαύρη πέτρα πίσω κανείς δεν την σήκωσε, ολοένα βαδίζω ,ένας λαβύρινθος το μυαλό μου ,γεμάτο δρόμους ,χαράξεις, αυλακιές, νεροσυρμές, απάγκιο δεν έχει, τριγυρνάω στον λαβύρινθο κανείς δεν ρώτησε ποτέ, αν ψόφησα ,αν με ρίξανε στην τρύπα να με πλακώσει το χώμα τους κι η φωνή του παπά ,εμείς δεν είμαστε ανθρώποι είμαστε κτήνη, θάρθει μια μέρα και θα ορμήξουμε θα του φάμε όλους και έλαμψε το μάτι του με κοίταξε όλο βρασμό ψυχής ,θα τους φάμε μου λέγει θα κάνουμε ντου και θα τους φάμε λάχανο εμένα μου λέει όλοι με σέβονται ,εκτός από εκείνη με τους γιούς της καλά του λέγω ξανά μου την ανάφερες εκείνη ποια είναι άκου μου λέγει ζούσα καιρό με την γυναίκα ,σπίτι δεν είχα δικό μου αλλά με την δουλειά λίγο τα ανακυκλώσιμα ντενεκεδάκια ,τα μάζευα στους κάδους σκουπιδιών, λίγα χαρτόκουτα και γυαλί ,ξέρεις μπουκάλια ,μπύρες ρετσίνες ,οι κάδοι στις πλατείες είναι γεμάτοι, τέλος πάντων τα κατάφερνε η πάρτη μου την τάιζα κι αυτήν και πλήρωνα και το σπίτι το νοίκι και μάλιστα της το επίπλωσα μα να που έφτασε η κακιά η ώρα οι τρεις γιοι της βγήκαν απ την φυλακή ναρκωτικά στην μέση είχα να φροντίζω την γυναίκα τους τρεις γιους και τις γκόμενες τους και το ναρκωτικό σύννεφο τα μάζεψα και έφυγα δηλαδή τους τάφεισα όλα τα πράγματά μου ότι είχα και δεν είχα και βγήκα στον δρόμο ,δεν έχω τίποτα μονάχα ένα γερό σλιπι μπανκ και χώνομαι μέσα το βράδυ η αφεντιά μου κι άμα βρέχει λέγω δεν είμαι άνθρωπος εγώ είμαι ψάρι και κολυμπάω μέχρι να αποσυρθούνε τα νερά , τι τα θες παγώσαμε αυτές τις μέρες στο δρόμο στήσαμε κάτι πρόχειρα τσαντίρια στο πάρκο απέναντι απ την Φιλοσοφική απλώσαμε νάιλον και χωθήκαμε από κάτου γλιτώσαμε την βροχή και το κρύο την νύχτα το φαΐ λιγοστό τόσες ψυχές είμαστε δεν φτάνει εκεί στα χαλάσματα παγώσαμε μου λέει και το έντερο γουργουρίζει όλα αλάδωτα κάποιες μέρες ήταν καλά δεν μας πειράξανε μα μόλις πήρε να βγαίνει ο ήλιος και φωτίστηκε το σύμπαν μας την έπεσαν οι μπάτσοι να πάτε στα πανεπιστήμια μας είπαν εκεί να την βγάλετε θα σας βάλουμε στη στενή θόλωσε το μυαλό μου είπα για μια στιγμή να τα βάλω φωτιά και να πάνε στο διάλο ούλα αλλά κάτι με κράτησε δεν ξέρω τι, μια ΕΛΠΙΔΑ ότι αύριο θαναι καλύτερα φορτώθηκα λοιπόν το σλιπι μπανκ και κίνησα για το πανεπιστήμιο στα γεράματα θα μάθαινα και γράμματα πέρασα την πύλη και εκεί καθώς βάδιζα μες τον κακό μου τον καιρό κάτι διέκρινα μες τη νύχτα θυμάμαι σα τώρα κρύα νύχτα και έβρεχε ήμανε μούσκεμα και καθώς είχα πετάξει ούλα τα ρούχα μου και τα τσιμπράγκαλα πουχα στις βαλίτσες μου και ένα αμπέχονο στρατιωτικό, και ένα κομπολόι με χάντρες από φίλντισι καθαρό αλήθεια σου λέγω, ούλα τα πέταξα ήμανε γυμνός όπως με γέννησε η μάνα μου κάτι φορούσα αλλά έβλεπα καλά σαν ναυτικός κοντά και μακριά και μες την νύχτα κάτι που σραφτάλιζε μου κίνησε την περιέργεια και πλησίασα με δισταγμό τέλος πάντων ,πορτοφόλι με ούλα τα καλά, είχε και κάτι πενηντάρικα μέσα κι είπα εγώ ούτως η άλλως είμαι χαμένος και πήγα και το παρέδωσα στους σικιούριτι και που λες από τότε μου ξασφάλισαν το μεσημεριανό μου στο συσσίτιο των φοιτητών και που λες βρήκα κι ένα κράνος και το παρέδωσα κι αυτό στους σικιούριτι κι ούλοι με σέβονται και δεν με πειράζουν άσε μου λέγει με μια λογοδιάρροια χωρίς αρχή και τέλος που να στα λέγω ένα βράδυ στην Παναγία Δέξια μας φέρανε κάτι σπλαχνικοί άνθρώποι βασιλόπιτες μου πέσαν και τα τρία τα φλουριά και που λες τηλεφωνώ στον αδελφό μου και πήρε να μου λέγει ,αδελφέ σου στέλνω κάτι φράγκα να πας να νοικιάσεις δικό σου σπίτι, στο σημείο αυτό σταμάτησε και μου λέει ξέρεις εγώ έμενα στο Πράσινο μήλο στην Πάνω πόλη ,αλλά κατάρα μου λέγει πώς να πάω να πάρω τα χρήματα αφού δεν έχω ταυτότητα μου την έκλεψαν κι αυτή μαζί με την βαλίτσα μου και τα τσιμπράγκλα μου αλλά δεν πάν στο διάλο ούλα εμένα μου πέσανε τρία φλουριά την πρωτοχρονιά στην Παναγία δεξιά κι η νύχτα ήταν μόνη και έβρεχε πολύ και τα δελτίο στην πρωινή ζώνη για χιόνια έλεγε ,στις πόλεις και στα πάρκα κι η νύχτα ήταν μόνη. Μου φαίνεται ότι ακούω τον Λευτέρη να σιγοτραγουδά.



Ένα ρούχο ματωμένο
Στρώνω για να ξαποσταίνω
Στο υγρό τσιμέντο αχ μανούλα μου
Μα εγώ δεν ζω γονατιστός
Εγώ αντέχω τις φωτιές αχ μανούλα μου.


Στίχοι Κ.Βίρβος